
Βασίλης Σκουλάς: Χωρίς τη λύρα δεν θα μπορούσα να πορευτώ στη ζωή μου
Έπαιζα από πιτσιρικάς…
«Τη λύρα την πρωτόπιασα στα χέρια μου όταν ήμουν εννέα χρόνων. Τότε οι εποχές ήταν δύσκολες. Ο πατέρας μου είχε ένα καφενείο στην πλατεία των Ανωγείων και από πολύ μικρός στα αυτοσχέδια γλέντια που στήνονταν, τον χειμώνα στο καφενείο, κοιτούσα τους οργανοπαίκτες και τους λυράρηδες. Άλλωστε η κάμαρή μας ήταν σχεδόν μαζί τους, ανέβηκα και εγώ μαζί τους, έπαιζα και μάθαινα. Και γύρω στα 12 μου χρόνια, άρχισα πλέον να εμφανίζομαι στα πανηγύρια και στους γάμους, όχι μόνο γιατί μου άρεσε, αλλά για να βγάλω και το μεροκάματο. Εννιά αδέρφια ήμασταν, έπρεπε και εγώ να συνεισφέρω στην οικογένεια.
Εγώ έπαιζα από μικρό παιδί ενώ όλοι οι άλλοι μουσικοί ήταν πολύ μεγαλύτεροί μου και από αυτούς έμαθα. Πολλά. Εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω στο καφενείο του πατέρα μου. Ξέρετε, το χωριό μου, τα Ανώγεια, είναι κτηνοτροφικό χωριό και τον χειμώνα έφευγαν οι κτηνοτρόφοι, κατέβαιναν στα χειμαδιά με τα ζώα τους. Τηλεόραση, ραδιόφωνο δεν υπήρχαν και με το παραμικρό στήνονταν γλέντια στο καφενείο. Γλέντια που κρατούσαν δύο 24ωρα. Τόσο έπαιζα και εγώ πιτσιρικάς. Εικοσιτετράωρα συνεχόμενα.
Δεν θα μπορούσα να πορευτώ στη ζωή μου χωρίς τη λύρα. Και με αυτήν απέκτησα εκτίμηση, αγάπη και σεβασμό και αγάπη από τον κόσμο. Μετά τον στρατό όταν εμφανιζόμουν στα χωριά και έπαιζα ήταν πολλοί που τους εντυπωσίαζε το νεαρό της ηλικίας μου και με ρωτούσαν ποιος είμαι. Όταν μάθαιναν ότι ήμουν ο εγγονός του Μιχαλιού, γνωστού λυράρη της Κρήτης, άνοιγαν το σπίτι τους να με υποδεχθούν. Να με φιλοξενήσουν. Να με κεράσουν ένα κομμάτι ψωμί, μια ελιά και μια ρακή. Τότε κατάλαβα πόσο μεγάλος ήταν ο παππούς μου. Και ότι ποτέ δεν έπρεπε ούτε αυτόν αν προδώσω αλλά κι όλους όσοι τον είχαν ακούσει και εκτιμήσει».
Υπογραφή: Βασίλης Σκουλάς, λυράρης
ΤΟ ΠΑΡΟΝ