
Ν. Γ. Χαριτάκης: Ο κ. πρωθυπουργός ως Scarlett O’Hara
Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Από την περίφημη κινηματογραφική ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» στις μνήμες όλων έχουν αποτυπωθεί δύο περίφημες φράσεις: Η πρώτη εκφράζει τον Rhett Butler που απευθυνόμενος στην πρωταγωνίστρια Scarlett O’ Hara, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, της λέει: «Ειλικρινά, αγαπητή μου, για σένα δεν δίνω μία» («Frankly, my dear, I don’t give a damn»). H δεύτερη αποτελεί τη μόνιμη επωδό της Scarlett, που ανάγλυφα αποτυπώνει και τον χαρακτήρα της: «Αυτό δεν μπορώ να το σκεφτώ τώρα… θα το σκεφτώ αύριο» («I can’t think about that right now… I’ll think about it tomorrow»).
Οι φράσεις ήρθαν στη μνήμη μου καθώς παρακολουθούσα τον κ. πρωθυπουργό στη συζήτηση στη Βουλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Σε προσωπικό επίπεδο ταυτίστηκα με τη φράση του Rhett Butler, ενώ η δεύτερη φράση ταύτιζε τον κ. πρωθυπουργό με τη Scarlett O’Hara. Οι ψυχολόγοι ερμηνεύουν με τη φράση αυτή τον τρόπο με τον οποίο πολλοί άνθρωποι εκλογικεύουν τις ενέργειές τους. Μια διαδικασία που αιτιολογεί και πώς οι ενέργειές μας αποτυπώνουν ψυχολογικά τους στόχους που θέλουμε να πετύχουμε. Είναι εκεί που διαφέρει ο προπονητής, που σχεδιάζει τη στρατηγική της ομάδας, από την cheerleader, που εμψυχώνει το ηθικό του κοινού.
Στα συμπεριφορικά οικονομικά προσπαθούμε να κατανοήσουμε πώς ερμηνεύονται αυτές οι αποκλίσεις από την κοινή λογική, μιας και ο ορθολογισμός διέπει όλο το εύρος της οικονομικής συμπεριφοράς. Υπερβολική εμπιστοσύνη του ατόμου στον εαυτό του, οι ηθικοί κανόνες της αυτοπεποίθησης και ματαιοδοξίας, η ελπίδα αλλά και το άγχος, η κοινωνική ταυτότητα και τα όρια του αυτοπροσδιορισμού μας, η πολιτική ιδεολογία και αυτή ακόμη η θρησκευτική πίστη, όλα αποτελούν αποκλίσεις. Τα άτομα συχνά εμφανίζονται να έχουν ορισμένες πεποιθήσεις που τους αποδίδουν μεγάλη αξία, με αποτέλεσμα να αντιστέκονται σε πλήθος στοιχείων που προκύπτουν από την κοινή λογική. Είναι σε όλους μας γνωστή η θεωρία περί «ψεκασμών».
Διαφορετική προσωπική άποψη από την κοινή λογική, φαίνεται να αιτιολογεί θέσεις που δεν υπολογίζουν κόστη και οφέλη. Τα άτομα αυτοπαγιδεύονται και όπως η Scarlett O’Hara, εκφράζονται αντίθετα με την κοινή λογική, που δυστυχώς πάντα επιβεβαιώνεται. Κλασικό παράδειγμα η υπεραισιοδοξία.
Τα χρηματιστήρια είναι γεμάτα από αισιόδοξους επενδυτές. Η αγορά ακινήτων επίσης. Στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως και στην πειθαρχία έναντι των μνημονιακών εντολών, ο κυβερνητικός στόχος για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στρέβλωσε τη λογική αξιοποίηση των πληροφοριών. Και όχι μόνο, αφού η συγκεκριμένη τακτική παραμόρφωσε και την κανονικότητα στη λήψη αποφάσεων. Είναι ως ο προπονητής μίας ομάδας να μην ακούει την κερκίδα, που του φωνάζει για έναν κακό παίκτη, με αποτέλεσμα το πείσμα να γίνεται γινάτι. Είναι η περίπτωση που ο προπονητής αγνοεί το πλήθος των κοινών δεδομένων και οικειοθελώς αποξενώνεται από την ωμή πραγματικότητα.
Η ατομική συμπεριφορά της O’Hara αντιπαλεύει την ατομική θέση του Butler, που όμως δεν αφορά τον κ. Τσίπρα στις επιλογές του. Πιθανόν να εκφράζει πολλούς από εμάς, που δεν μας ενδιαφέρει πλέον η θέση της κυβέρνησης, αλλά σίγουρα όχι τον κ. πρωθυπουργό. Εκείνον όμως ελπίζουμε ότι μπορεί να τον ενδιαφέρει ως δημόσιο πρόσωπο, αν ταυτίζεται με τον προπονητή. Όταν, για παράδειγμα, η κερκίδα των φιλάθλων-πολιτών ή πιστωτών-εταίρων δεν επηρεάζει τη θέση του, όταν η λογική των πολιτών δεν ταυτίζεται με τις πεποιθήσεις του κ. πρωθυπουργού, τότε εκ των πραγμάτων η χώρα υφίσταται ποινές. Για τον κ. πρωθυπουργό, η πορεία που επέλεξε η Scarlett, πιστεύοντας ό,τι θέλει να πιστεύει, οδηγεί σ’ ένα τέλος. Η μετάβαση από τις προτιμήσεις και τα κίνητρα στις πεποιθήσεις και στη συνέχεια στις επιλογές δεν είναι, όπως πολύ νωρίς δίδασκε και έγραφε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ένα μαύρο κουτί γεμάτο από ευκαιριακές υποθέσεις. Γιατί η Ιστορία καταγράφει επιλογές και όχι πεποιθήσεις.
Στα οικονομικά το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη. Μόλις πριν από λίγες ημέρες γράφτηκε στον διεθνή Τύπο ότι ο μεγαλοεπενδυτής Τζον Πόλσον, μέχρι πρόσφατα διαχειριστής 36 δισ. και μέτοχος της Πειραιώς και της Alpha Bank, αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί επειδή οι επενδυτικές του επιλογές εξαφάνισαν ένα τεράστιο τμήμα των κεφαλαίων του… Έτσι συμπεριφέρεται δυστυχώς η αγορά των διαχειριστών κεφαλαίων.
Αντίθετα, στην πολιτική αγορά, οι υπεύθυνοι οικονομικοί υπουργοί, οι διαχειριστές τραπεζικών κεφαλαίων μαζί με τον κ. πρωθυπουργό αντιμετωπίζουν τους πολίτες και τους εταίρους ως αφελείς φιλάθλους. Διαμορφώνουν προσωπικές ή κυβερνητικές θέσεις με πεποιθήσεις που δεν ερμηνεύονται από τη λογική.
Στην περίπτωση της κυβέρνησης φαίνεται να μην έχουν κατανοήσει τους περιορισμούς της ενισχυμένης εποπτείας και φτάνουν στο σημείο να τη διατυπώνουν ως μεταμνημονιακή αξιολόγηση. Θέλουν να πιστεύουν ότι ανήκουμε στην ίδια κατηγορία με την Πορτογαλία. Αναλίσκουν μελάνι στο να εξηγήσουν ότι τελικά τα πάντα είναι πολιτική και οι αποφάσεις και οι συμφωνίες δεν δεσμεύουν κανέναν. Είναι σαν ψευδεπίγραφα να αναγνωρίζουμε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μας δεσμεύει. Είναι όπως η περίπτωση που το παιχνίδι τελειώνει, η ομάδα σου χάνει με 5-0 και ο προπονητής αρχίζει να μιλάει για άδικη διαιτησία.
Η «τρόικα» ήλθε, είδε και απήλθε. Το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, ακολουθώντας τον δικό τους κώδικα δεοντολογίας, θα αξιολογήσουν μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου, ανεξάρτητα αλλά αυτοελεγχόμενα, τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Παράλληλα, η ΕΚΤ θα εκφραστεί για την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος της χώρας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα κεφάλαια των τραπεζών, που εξασφαλίζουν τις καταθέσεις, αποτελούνται από ελληνικά κρατικά ομόλογα αμφισβητούμενης αξίας και από μελλοντικά κέρδη.
Έτσι απλά, έχουμε αναρωτηθεί τι θα γίνει αν η τραπεζική δεοντολογία του διεθνούς συστήματος σφυρίξει λήξη του αγώνα;
Η κυβέρνηση, το τραπεζικό κατεστημένο και η ΤτΕ συζητούν στην Αθήνα και στη Φρανκφούρτη για το μέλλον των «κόκκινων» δανείων. Η κυβέρνηση, στα δικά της «κόκκινα» δάνεια (βλέπε 130 δισ. φορολογικές και ασφαλιστικές απαιτήσεις, με ή χωρίς εξασφαλίσεις), δήθεν διαπραγματεύεται 120 δόσεις και αλλαγή του «νόμου Κατσέλη». Σε αντίθεση με τη λογική της συμβολαιοποίησης που ακολούθησαν οι τράπεζες, έστω και αν δεν την έχουν εφαρμόσει ακόμη, αντιμετωπίζει τα χρέη των πολιτών σαν να ήταν εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Αρκεί να μπορέσει να πει στους πολίτες, κλείνοντάς τους το μάτι, ότι θα τους ρυθμίσει τα χρέη με πολιτικά κριτήρια.
Στο άλλο άκρο της ευρωπαϊκής ενδοχώρας, στη Φρανκφούρτη, η ΤτΕ και οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες, εν αγνοία των φορολογουμένων, που σε αλλεπάλληλες αυξήσεις κεφαλαίων έχουν εισφέρει 45 δισ. με μηδενικό αποτέλεσμα, συζητούν ποιος θα εξασφαλίσει τη ρύθμιση των χρεών. Προτείνουν σχέδια, που το μεν ένα (ΤΧΣ) μεταφέρει το βάρος της εξασφάλισης στο Ελληνικό Δημόσιο, λες και οι τράπεζες είναι ΔΕΚΟ, ενώ το άλλο (ΤτΕ) στους μετόχους. Αφού για σειρά ετών αγνόησαν τον δικό τους κώδικα δεοντολογίας, αφού για στενά κερδοσκοπικά οφέλη παρεμβαίνουν στους πλειστηριασμούς δανείζοντας τις θυγατρικές τους για να εξαγοράσουν εκτός αγοράς τα ακίνητα που εξασφαλίζουν τα «κόκκινα» δάνεια, τώρα τροφοδοτούν τον μέσο πολίτη με την αυτοπεποίθηση τύπου Scarlett O’Hara. Άσ’ το και το βλέπουμε κάποια άλλη στιγμή. Ειλικρινά, τι ελπίζουν;
Η κατάληξη δυστυχώς είναι για όλους δεδομένη. Η επιβεβαίωση και η ακρίβεια των προσδοκιών υπερισχύει πάντοτε των επιθυμιών. Ας αναλάβουν λοιπόν τον κίνδυνο των ορθών αποφάσεων, πριν κληθούμε όλοι μαζί να δώσουμε τη λύση. Γιατί τότε το κόστος θα αποτιμηθεί πιθανόν και υπέρμετρα.