
Κυβερνητική πολιτική για το ηλεκτρικό ρεύμα – Του Ν. Στραβελάκη
–Κοροϊδία διαρκείας
Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού
και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η πολιτική της κυβέρνησης αναφορικά με τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος είναι μια κοροϊδία διαρκείας. Μέχρι και τον Ιούλιο του 2022 τα τιμολόγια κυριαρχούνταν από την περιβόητη «ρήτρα αναπροσαρμογής». Βασιζόταν σε μια διάταξη που βρίσκεται σε όλα τα συμβόλαια παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και επιτρέπει στον πάροχο να αναπροσαρμόσει αναδρομικά το κόστος της κιλοβατώρας με βάση διαφορές στο κόστος παραγωγής και στο κόστος των πρώτων υλών.
Οι πάροχοι χρησιμοποίησαν αυτό το μέτρο διπλασιάζοντας τους λογαριασμούς ρεύματος. Για να το πετύχουν αυτό, επιστράτευσαν το λεγόμενο Χρηματιστήριο Ενέργειας και τις διατάξεις του περιβόητου «Target Model», που το θέσπισε τον Νοέμβριο του 2020 –ποιος άλλος;– ο κ. Κωστής Χατζηδάκης. Το τελευταίο επιτρέπει το «κλείδωμα των τιμών της ενέργειας» σε υψηλότερα επίπεδα μέσα από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και κατόπιν χρεώνει τη διαφορά αναδρομικά.
Έτσι, πολύ πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, συγκεκριμένα από το δεύτερο εξάμηνο του 2020, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα απέκλιναν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως φαίνεται από το σχήμα που ακολουθεί και βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), τα υπερκέρδη των παρόχων από αυτές τις αλχημείες μέχρι τον Απρίλιο του 2022 ήταν 927 εκατ. ευρώ.
Περί τα τέλη Απριλίου 2022 ο «κόμπος έφτασε στο χτένι», η οργή του κόσμου ξεχείλιζε και ο κ. Μητσοτάκης αποφάσισε να εξαγγείλει μέτρα. Τα μέτρα, σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, θα οδηγούσαν σε μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος («Έθνος», 6 Μαΐου 2022). Οι κ. Σταϊκούρας, Σκυλακάκης και Σκρέκας ισχυρίσθηκαν ότι είχαν καταστρώσει μηχανισμό αποσύνδεσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος από την εξέλιξη της τιμής του φυσικού αερίου σε ποσοστό 80%. Αυτό θα γινόταν με την κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής και τον περιορισμό των αυξήσεων στο πραγματικό κόστος παραγωγής των παρόχων. Σε συνδυασμό με έναν μηχανισμό υποτιθέμενων επιδοτήσεων των καταναλωτών, θα οδηγούσε σε περιορισμό των αυξήσεων κατά 60% τον μήνα Ιούνιο. Συγκεκριμένα, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ισχυρίσθηκαν ότι τα νοικοκυριά σε ποσοστό 95% θα λάμβαναν επιδότηση της τάξης των 600 ευρώ απευθείας στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.
Όλα αυτά αποδείχθηκαν παραμύθια της Χαλιμάς. Καμία ουσιαστική αποζημίωση δεν δόθηκε και η ρήτρα αναπροσαρμογής συνέχισε να επιβαρύνει τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και τον μήνα Ιούλιο. Έτσι, φτάσαμε στην κατάθεση ρύθμισης στη Βουλή για τοποθέτηση «πλαφόν» στο πάγιο των λογαριασμών από τον κ. Σκρέκα. Η ρύθμιση αφορά το διάστημα κατάργησης της ρήτρας αναπροσαρμογής, δηλαδή το διάστημα 1η Αυγούστου 2022 – 1η Ιουλίου 2023.
Όμως, την κατάθεση της νομοθετικής πράξης ακολούθησαν αυξήσεις-φωτιά από τους παρόχους τη Δευτέρα 1η Αυγούστου. Συγκεκριμένα, οι τιμές για καταναλώσεις έως 2.000 κιλοβατώρες για τον Αύγουστο κυμαίνονται από 48 λεπτά μέχρι ένα (1) ευρώ η κιλοβατώρα. Αυτό μεταφράζεται σε αυξήσεις της τάξης του 170% έναντι του Αυγούστου του 2021.
Είναι η απόλυτη αποτυχία μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που αποφάσισε, χωρίς κανένα σχέδιο, το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ ώστε να δημιουργήσει χώρο για τους ιδιώτες παρόχους. Οι τελευταίοι έχουν βασική πρώτη ύλη το φυσικό αέριο και πωλούν πολύ ακριβότερα. Να αναφέρω χαρακτηριστικά ότι το κόστος ανά μεγαβατώρα για τις λιγνιτικές μονάδες είναι περίπου 205 ευρώ και για τις μονάδες φυσικού αερίου 422 ευρώ.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι, αν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να ανακουφίσει τον κόσμο, θα έθετε σε πλήρη λειτουργία τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, αφού έτσι θα μπορούσε να περιορίσεις τις τιμές μέχρι και 50%. Γιατί δεν το κάνει; Προφανώς, διότι έτσι η ΔΕΗ θα αποκτούσε ένα συντριπτικό μερίδιο αγοράς έναντι των ιδιωτών παρόχων, που είναι πολιτικοί της φίλοι.
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο κ. Σταϊκούρας ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην κατάθεση συμπληρωματικού προϋπολογισμού για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Απέφυγε, όμως, να προσδιορίσει το ύψος του συμπληρωματικού προϋπολογισμού, παρότι τόνισε ότι η οικονομία «κινείται ικανοποιητικά». Είναι αυτό που λέει ο λαός: «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι».
Έντυπη έκδοση ΤΟ ΠΑΡΟΝ