Η σύγκρουση ηγεμονισμών στην Ουκρανία και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος

Η σύγκρουση ηγεμονισμών στην Ουκρανία και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Η σύγκρουση των δύο μεγάλων δυνάμεων του Αρχαίου κόσμου, της Σπάρτης και της Αθήνας, άρχισε μ’ έναν περιφερειακό πόλεμο, στην Κέρκυρα, σύμμαχο των Αθηναίων. Ο πρώτος Ψυχρός Πόλεμος που επικράτησε, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έληξε με το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου, την επανένωση των δύο Γερμανιών και την κατάρρευση, στη συνέχεια, της Σοβιετικής Ενώσεως. Η κατάρρευση της τελευταίας οφειλόταν κυρίως σε εσωτερικές αδυναμίες και αντιφάσεις του συστήματός της, οι οποίες επιδεινώθηκαν δραματικά από εξωτερική οικονομική πίεση.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ρίγκαν επέβαλε, με την πολιτική του, δύο οικονομικούς πολέμους στη Σοβιετική Ένωση. Ο πρώτος αφορούσε πάλι την ενέργεια και ειδικότερα την τιμή του πετρελαίου. Οδηγώντας σε κατάρρευση την τιμή του πετρελαίου, οι ΗΠΑ έπληξαν καίρια τη Σοβιετική οικονομία, που βασιζόταν, σε μεγάλο βαθμό, στις ενεργειακές εξαγωγές για τη χρηματοδότησή της με πολύτιμο εξωτερικό συνάλλαγμα. Ο δεύτερος πόλεμος αφορούσε τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών.

Επιβάλλοντας τον λεγόμενο πόλεμο των άστρων, οι ΗΠΑ εξώθησαν τον εξοπλιστικό ανταγωνισμό σ’ ένα επίπεδο που δεν μπορούσε να αντέξει το Σοβιετικό οικονομικό σύστημα. Η πολιτική όμως αυτή έθετε σε κίνδυνο την πυρηνική ισορροπία, πάνω στην οποία είχε βασισθεί, επί δεκαετίες, η σταθερότητα και η ειρήνη μεταξύ των δύο συνασπισμών. Δεν προκαλεί γι’ αυτό έκπληξη, ότι ο ίδιος Αμερικανός Πρόεδρος, που είχε γίνει πρωταγωνιστής στην επιδίωξη Αμερικανικής υπεροχής και ηγεμονικού πλεονεκτήματος, έγινε στη συνέχεια πρωταγωνιστής για συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών κεφαλών και πυρηνικής ισορροπίας μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων.

Η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενώσεως και η αύξηση του αισθήματος ασφάλειας μεταξύ τους επέτρεψε να προηγηθούν οι εσωτερικές εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση, που οδήγησαν τελικά στην αποσύνθεση και κατάργησή της. Η μονολιθικότητα, που έκανε προηγουμένως τη δύναμή της, έγινε η Αχίλλεια πτέρνα για την εντυπωσιακή και χαώδη πτώση της. Οι επαγγελλόμενες μεταρρυθμίσεις Γκορμπατσόφ για εσωτερική αλλαγή και εκδημοκρατισμό του συστήματος, αντί να το μεταρρυθμίσουν, παρόξυναν τις αντιφάσεις και τα προβλήματά του και το οδήγησαν σε μια ταπεινωτική και θλιβερή πτώση.

Η περίοδος Γιέλτσιν αποτέλεσε την πιο σκοτεινή στιγμή της μετασοβιετικής Ρωσίας, σε κάθε επίπεδο, γεωπολιτικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό. Η υποτιθέμενη δημοκρατική Δύση, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, αντί να εκμεταλλευθεί την πτώση του μισητού γι’ αυτή καθεστώτος για να εγκαινιάσει μια νέα περίοδο ειρήνης και συνεργασίας στην Ευρώπη και στον κόσμο, την εκμεταλλεύθηκε για να προωθήσει τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση ως όχημα μιας επιδιωκόμενης παγκόσμιας Αμερικανικής ηγεμονίας.

Στο πνεύμα αυτό, με την υπεροψία των νικητών του Ψυχρού Πολέμου εξάντλησαν την επιρροή τους για να προωθήσουν την πολιτική αυτή στον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως και ειδικότερα της Ρωσίας. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που συμβούλευσαν οι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ για τη μετακομμουνιστική μετάβαση, με επίκεντρο τις άμεσες ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων, μέσα σε μια οικονομία όπου δεν υπήρχε ιδιωτικός τομέας, οδήγησαν σε χάος, οικονομική καταστροφή και κοινωνική εξαθλίωση. Μέσα από αυτό το χάος αναδύθηκαν και οι Ρώσοι ολιγάρχες αλλά και μια μαφία πρωτοφανούς διαστάσεως.

Οι συνέπειες αυτές δεν περιορίσθηκαν μόνο στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Περιέλαβαν προφανώς και το γεωπολιτικό. Η Αμερικανική πολιτική είχε επηρεασθεί σ’ αυτό από τις θεωρίες του Αμερικανο-Πολωνού στρατηγιστή Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, συμβούλου εθνικής ασφαλείας του Προέδρου Κάρτερ, στη δεκαετία του ’70. Οι θεωρίες του τελευταίου έθεταν ως στόχο τη διάσπαση της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως σε πολλά κράτη, ώστε η Ρωσία, απογυμνωμένη από τα άλλα, αυτοκρατορικά της εδάφη, να καταστεί μια Περιφερειακή δύναμη της Ευρασίας και να μην παλινορθωθεί σε παγκόσμια υπερδύναμη, ανταγωνιστική των ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπρεζίνσκι έκανε ειδική αναφορά στην Ουκρανία, λέγοντας ότι έπρεπε αυτή, μέσα στην επόμενη 15ετία, να αποσπασθεί από τη Ρωσική γεωπολιτική επιρροή και να ενταχθεί σε Δυτική γεωπολιτική τροχιά.

Η γενικότερη αυτή Αμερικανική θεώρηση των μετασοβιετικών πραγμάτων και η παγκοσμιοποίηση, που άρχισε να προβάλλεται θορυβωδώς από την Προεδρία Κλίντον, άλλαξε και τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις που επικρατούσαν κατά το τέλος της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, τη στιγμή δηλαδή των προδρόμων γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως. Είχαν δοθεί τότε στον τελευταίο Σοβιετικό ηγέτη Γκορμπατσόφ σαφέστατες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις ότι δεν θα επεκτεινόταν το ΝΑΤΟ πέρα από τα σύνορα της Δυτικής Γερμανίας. Οι υποσχέσεις όμως αυτές αναιρέθηκαν, σιωπηρά, αργότερα με ευθύνη, εν μέρει, του Προέδρου Γιέλτσιν, ο οποίος, λόγω των γνωστών αδυναμιών του, είχε κυριολεκτικά το ακαταλόγιστο. Αυτός πρωταγωνίστησε στην αποχώρηση από τη Ρωσική Ομοσπονδία και στην ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και του Καζακστάν, όπως επίσης στην ανεξαρτητοποίηση των τριών μικρών Βαλτικών κρατών, χωρίς να θέσει ως προϋπόθεση την ουδετερότητα και τη μη ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήρθε στην εξουσία με την ανοχή και την υποστήριξη μάλιστα ολιγαρχών, όπως ο Μπερεζόφσκι, οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν δυναμικό και άφθαρτο ηγέτη, ο οποίος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον φθαρμένο και πλήρως απαξιωμένο Γιέλτσιν. Ο τελευταίος συναίνεσε στη διαδοχή. Ο Πούτιν είχε προβληθεί στην εξουσία περιβαλλόμενος από ισχυρούς παράγοντες των Ρωσικών Μυστικών Υπηρεσιών, που ήταν από τα τελευταία κέντρα του προηγούμενου καθεστώτος, που διατηρούσαν ακόμα δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν ακολούθησε, βεβαίως, την πολιτική Γιέλτσιν. Σταδιακά, και αποκρύπτοντας τους στρατηγικούς στόχους της πολιτικής του, κατόρθωσε να επιτελέσει σύντομα ένα μεγάλο ανορθωτικό έργο: Να αναστυλώσει τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας και να προωθήσει μια σημαντική βελτίωση της οικονομικής και της κοινωνικής καταστάσεως. Ειδικά με τους ολιγάρχες έκανε έναν βασικό συμβιβασμό: Συμφώνησε να μην τους ενοχλήσει, υπό τον όρο ότι θα λειτουργούσαν εφεξής ως νόμιμοι επιχειρηματίες, δεν θα αναμειγνύονταν στην πολιτική και θα εξυπηρετούσαν τα Ρωσικά εθνικά συμφέροντα.

Ο Πούτιν βλέπει ως τελευταίο και πολύ σημαντικό κεφάλαιο του ανορθωτικού του έργου τη γεωπολιτική παλινόρθωση της Ρωσίας. Ανησυχεί μάλιστα ότι η γεωπολιτική θέση της Ρωσίας επιδεινώνεται και ότι η ασφάλειά της απειλείται από τη συνεχή επέκταση του ΝΑΤΟ, που χρησιμοποιεί τώρα ως όχημα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή είναι η θεώρηση, από τη Ρωσική σκοπιά, του προβλήματος της Ουκρανίας. Η γεωπολιτική διάσταση προστίθεται μάλιστα στην εθνική, ιστορική και πολιτιστική.

Η κυρίαρχη Ρωσική ά­ποψη δεν θεωρεί την Ουκρανία ως μια οποιαδήποτε τρίτη χώρα, λόγω των εθνικών, ιστορικών και θρησκευτικών δεσμών. Στο Κίεβο γεννήθηκε το πρώτο Ρωσικό κράτος. Στο Κίεβο έγινε ο εκχριστιανισμός των Ρώσων. Στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας κρίθηκαν πολλές μάχες που έκλιναν την πλάστιγγα στην ιστορία της Ρωσίας.

Το παράδοξο είναι ότι η σημερινή Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η σημειωνόμενη ευρεία αντίσταση, πέρα από τις Ρωσικές βασικά περιοχές του Ντονμπάς, γίνεται καταλύτης διαμορφώσεως μιας πιο ισχυρής Ουκρανικής ταυτότητας.
Πού θα καταλήξει η σημερινή σύγκρουση; Θα γίνει καταλύτης μιας ευρύτερης συγκρούσεως; Τι σημαίνει η σύγκρουση αυτή για την Ευρώπη και την Ελλάδα; Λογικά ο πόλεμος αυτός θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί και υπήρχε τρόπος να γίνει, αν το πρόβλημα ήταν μόνο η Ουκρανία. Αυτό που προτείνεται σήμερα ως βασική ιδέα στις Ρωσο-Ουκρανικές διαπραγματεύσεις, η ουδετερότητα δηλαδή της Ουκρανίας, είχε προταθεί ως λύση και πριν από την εισβολή. Η επιμονή της Ουκρανικής ηγεσίας για το δικαίωμα εντάξεώς της στο ΝΑΤΟ και η απροθυμία της Δύσεως να δώσει στη Ρωσία εγγυήσεις ότι αυτό δεν θα γινόταν, οδήγησε τα πράγματα σε αδιέξοδο και εμπόλεμη κρίση.

Είναι προφανές ότι όσα διαδραματίζονται στην Ουκρανία υπερβαίνουν, από γεωπολιτική άποψη, κατά πολύ τη μαρτυρική αυτή χώρα. Είναι μια σύγκρουση ηγεμονιών και αδυσώπητων γεωπολιτικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τον γεωπολιτικό υποβιβασμό της Ρωσίας και την επαναβεβαίωση του γεωπολιτικού τους ε­λέγχου πάνω στην Ευρώπη. Η αναβίωση του Ρωσικού κινδύνου εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο, όπως και η προβολή του κινδύνου της ενεργειακής εξαρτήσεως της Ευρώπης από τη Ρωσία. Γιατί δαιμονοποιείται η αγορά Ρωσικής ενέργειας από την Ευρώπη; Αυτό δεν εντάσσεται στους κανόνες ενός καλώς νοούμενου διεθνούς εμπορίου; Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η στρατηγική οικονομική συνεργασία μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας υποβλέπεται από τις ΗΠΑ ως κίνδυνος διαβρώσεως της διατλαντικής σχέσεως Ευρώπης – ΗΠΑ.

Το τέλος του πολέμου, παρά τις ευοίωνες ενδείξεις, δεν είναι, δυστυχώς, ακόμη κοντά. Η Ρωσία δεν θα παραιτηθεί από τους ελάχιστους στρατηγικούς στόχους που έχει θέσει και οι ΗΠΑ αξιοποιούν τον πόλεμο για να φθείρουν και να αποδυναμώσουν τη Ρωσία του Πούτιν, με στόχο την ανατροπή του, εάν αυτό καταστεί δυνατόν. Επιδιώκουν επίσης να επαναβεβαιώσουν σταθερά τη θέση τους στην Ευρώπη.

Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ελλάδα και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα αναφερθούμε στο επόμενό μας άρθρο.

Έντυπη έκδοση ΤΟ ΠΑΡΟΝ


Σχολιάστε εδώ