Αξιολόγηση και πολιτικές εξελίξεις

Γιʼ αυτό και είναι τουλάχιστον υποκριτικό, όταν έχει πια εδραιωθεί η γερμανική κυριαρχία, να παραπονιέται ο ίδιος ο Γιούνκερ για την ουσιαστική υποταγή της Commission, ενός κατʼ εξοχήν κορυφαίου πολιτικού θεσμού, στα κελεύσματα του Βερολίνου, με ακραία μάλιστα εκδήλωση την απαίτηση του Β. Σόιμπλε να αντικατασταθεί, περίπου, η ίδια η Commission από τον ESM (έναν καθαρώς οικονομικό θεσμό) στις μείζονες αποφάσεις που αφορούν την ίδια την πορεία και την τύχη των κρατών-μελών της ΕΕ.

Η γερμανική ελίτ, οικονομική και πολιτική, σχεδιάζει και μηχανεύεται τρόπους για να αναπαραγάγει και να ενισχύσει την κυριαρχία της. Η «έμπνευση» για μια Ευρωζώνη πολλών ταχυτήτων αποτελεί μια στρατηγική αναδίπλωση ενίσχυσης της αυταρχικής εξουσίας, της έντασης των ανισοτήτων που αποδυναμώνουν και καταστρέφουν την ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Πέρα από τους προβληματισμούς αλλά και τους αυτάρεσκους πανηγυρισμούς που θα κυριαρχήσουν στην άτυπη Σύνοδο της Ρώμης σε λίγες ημέρες, η πορεία της Ευρώπης προς τη διάσπαση και τη διάλυση δεν φαίνεται ότι μπορεί να αντιστραφεί. Εκείνο που μοιάζει πιο ρεαλιστικό είναι η επιβράδυνση της πορείας αυτής με την ελπίδα ριζικής αλλαγής των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικοϊδεολογικών συσχετισμών τα επόμενα (ολίγα) χρόνια…

Αξιολόγηση: Συγκυρία και συμβιβασμοί

Μέσα στο κλίμα αυτό εξελίσσεται και το ελληνικό ζήτημα… Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ή να υποτιμούμε τόσο την καταστροφική στρατηγική του «συστήματος» Σόιμπλε απέναντι στη χώρα μας όσο και τους ακραίους εκβιαστικούς όρους του ΔΝΤ. Όμως, σε τελική ανάλυση, «είναι πολλά τα λεφτά» για ένα Grexit…

Η ίδια η ΕΚΤ σε απόρρητη έκθεσή της, που διέρρευσε πρόσφατα, υπολογίζει ότι το σύνολο του ευρωπαϊκού χρέους ανέρχεται στο δυσθεώρητο ύψος των 21 τρισ. ευρώ, ενώ παράλληλα εκτιμά ότι ένα ενδεχόμενο Grexit ή μια στάση πληρωμών των δανειακών υποχρεώσεων από την πλευρά της χώρας μας θα στοίχιζε στο ευρωσύστημα πάνω από 1,5 τρισ. ευρώ…

Τι νόημα έχουν, συνεπώς, οι τιμωρητικές απαιτήσεις του Β. Σόιμπλε για ύψος πλεονάσματος 3,5% και μάλιστα για μια δεκαετία μετά το 2018; Ας απαντήσει ο ίδιος στην έκθεση της ΕΚΤ και ας μας διαφωτίσει με ποιον τρόπο θα πληρωθεί το χρέος (που πριν από λίγο καιρό ο ίδιος το θεωρούσε βιώσιμο), όταν αυτό, με την υπάρχουσα διάρθρωσή του, απαιτεί καταβολή ποσού 322 δισ. ευρώ μέχρι το 2030 από την ελληνική πλευρά, από τα οποία τα 160 δισ. ευρώ αφορούν τους τόκους και μόνον… Κι όταν καταβληθούν τα ποσά αυτά θα απομένουν «μόλις» άλλα 300 δισ. ευρώ για τις επόμενες γενιές…

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου αποτελεί ασφαλώς το προϊόν μιας συγκυρίας στην οποία οι δανειστές, η γερμανική ηγεσία είναι υποχρεωμένοι να οριοθετήσουν τις εκβιαστικές απαιτήσεις τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπουν τις στρατηγικές τους επιδιώξεις.

Η τελική συμφωνία όμως θα κριθεί και θα λειτουργήσει με βάση όχι τόσο τις μακροοικονομικές ισορροπίες, δημοσιονομικού χαρακτήρα, μεταξύ των νέων περικοπών και των αντιμέτρων, αλλά θα αποτιμηθεί ευθέως, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, από τη μείωση ή την εξισορρόπηση του πραγματικού, του διατιθεμένου ετήσιου εισοδήματος του κάθε πολίτη, της κάθε οικογένειας. Η ταξική αντιπαράθεση, η ταξικότητα των μέτρων θα αποτυπωθεί σε πρακτικό επίπεδο και θα αφορά και θα επηρεάζει την καθημερινή ζωή των πολιτών.

Αξιολόγηση και κομματικό σύστημα

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου όσο και το, προσδοκώμενο, κλείσιμο της αξιολόγησης θα επηρεάσουν σε έναν μεγάλο βαθμό τις εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις.

Η κυβέρνηση αποκτά, εκ των πραγμάτων, ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα, καθʼ όσον θα διαμορφωθεί αντικειμενικά ένας ορίζοντας σταθερότητας και θετικής προοπτικής. Χωρίς αμφιβολία, το βασικό της πρόβλημα με την κοινωνική πλειοψηφία που τη στήριξε παραμένει και το χάσμα μεταξύ της μνημονιακής μακροοικονομικής «επιτυχίας» και των σκληρών συνθηκών επιβίωσης ενός σημαντικού τμήματος του λαού δρα αποθεμελιωτικά γιʼ αυτήν όσο περνά ο χρόνος.

Ενώ όμως το κοινωνικό πρόβλημα της κυβέρνησης παραμένει ανοικτό, από την άλλη πλευρά, σε κομματικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, τόσο η αξιωματική αντιπολίτευση όσο και τα συμπαρομαρτούντα κεντρώα και «σοσιαλδημοκρατικά παρακολουθήματά» της βυθίζονται στην ανυποληψία και στον αυτοευτελισμό.

Το (προσδοκώμενο) πέρας της αξιολόγησης, η ένταξη στο σύστημα της πιστωτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, τα όποια, έστω και γενικόλογα, μέτρα για το χρέος υιοθετηθούν από τους δανειστές διαμορφώνουν εκ των πραγμάτων μια νέα πολιτική αφετηρία για το εγχώριο πολιτικό σύστημα, μια νέα βάση, στην οποία θα πρέπει τα κόμματα και οι ηγεσίες τους να ξεκαθαρίσουν τις πολιτικές τους επιδιώξεις και στρατηγικές, τα προγράμματά τους, τις (πιθανές) κομματικές και κοινωνικές τους συμμαχίες.

Ο αυτοεγκλωβισμός της ΝΔ

Η ΝΔ και ο αρχηγός της έχουν εγκλωβισθεί σε μια αδιέξοδη και αυτοϋπονομευμένη στρατηγική. Η προσδοκία της «αριστερής παρένθεσης» και το επί 24ώρου διατυπούμενο αδιαλείπτως αίτημα περί διεξαγωγής εκλογών έχουν ως πολιτικά εφόδια εκμετρήσει το ζην…

Όμως στην πράξη υπάρχει μια δεύτερη στρατηγική. Αυτή στηρίζεται σε δύο προσδοκίες: Η μια αφορά την πτώση της κυβέρνησης, λόγω φθοράς και εγκατάλειψής της από τους ψηφοφόρους της… Αυτή η θεωρία του ώριμου φρούτου είναι πολύ βολική για όσους βιώνουν λάθρα ως αντιπολίτευση και αδυνατούν να παρέμβουν δυναμικά και δημιουργικά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Το δεύτερο χαρτί όμως του Κυρ. Μητσοτάκη αφορά τον τύπο της πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης της ΝΔ. Εδώ και καιρό η ΝΔ δεν αναφέρεται ευθέως στην κοινωνική της βάση αλλά επιδιώκει να αντλήσει την πολιτικοϊδεολογική της νομιμοποίηση από το σύστημα των συμφερόντων των δανειστών, από το ΔΝΤ και τη γερμανική ελίτ.

Γιʼ αυτό και δεν διστάζει ο ίδιος ο αρχηγός της ΝΔ να δηλώνει δημόσια την πλήρη υποταγή και ευπείθειά του στη γερμανική ηγεσία, στον Β. Σόιμπλε και να διαφημίζει με ιδιαίτερη εμμονή τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και επιλογές του στις ηγεμονικές ελίτ των δανειστών.

Αυτό το φάσμα των απαιτήσεων των δανειστών επιχειρεί να το καλύψει ο Κυρ. Μητσοτάκης μέσα από το δίπολο «νεοφιλελευθερισμός και Ακροδεξιά», που συνιστούν ένα οργανικό σύνολο ενός κομματικού μορφώματος, που για πρώτη φορά -καθʼ όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο- έχει το ένα του πόδι στο εγχώριο πολιτικό σύστημα και το άλλο στις αυλές των δανειστών…

Αυτή η πολιτικοϊδεολογική έκπτωση, αυτό το κατάντημα, δεν αποτελεί όνειδος μόνο για τη Νέα Δημοκρατία και την ηγετική της ομάδα αλλά παράλληλα πλήττει καίρια τους δημοκρατικούς μας θεσμούς.

ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ και άλλα παραμύθια…

Ποιες είναι οι πιθανές κυβερνητικές συμμαχίες για τη ΝΔ; Πρώτος και απόλυτος πρόθυμος το ΠΑΣΟΚ. Βεβαίως, η καταστροφική μνημονιακή – κυβερνητική περίοδος και ιδιαίτερα η πλήρης αγαστή συνεργασία με τη ΝΔ στη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου δεν επιτρέπει στο σημερινό υπόλοιπο ΠΑΣΟΚ να υποστηρίξει ανοιχτά τέτοιου είδους συνεργασίες…

Με την πρόταση της σημερινής ηγεσίας του για κυβερνήσεις ευρύτερης -οικουμενικού τύπου- συνεργασίες το ΠΑΣΟΚ διατυπώνει το αίτημα της συνεργασίας με τη ΝΔ, με άλλοθι όμως τον ΣΥΡΙΖΑ. Το πραγματικό εύρος των συμμαχιών του σημερινού ΠΑΣΟΚ οριοθετείται και εξαντλείται στο ακροδεξιό – νεοφιλελεύθερο άκρο της πολιτικής κλίμακας. Κι αυτό δεν προκύπτει από μια «λανθασμένη», δήθεν, επιλογή της ηγεσίας του αλλά εκπορεύεται από την καθοριστική ισχύ και επιρροή την οποία εξακολουθεί να ασκεί στο κόμμα αυτό το εγχώριο σύστημα της διαπλοκής.

Επειδή πολύς λόγος γίνεται και από την πλευρά ορισμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για μια πιθανολογούμενη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ δεν εκφράζει σήμερα πολιτικοϊδεολογικά και κοινωνικά ούτε την Κεντροαριστερά ούτε τη Σοσιαλδημοκρατία, παρά σε τυπικό επίπεδο ως σημαία ευκαιρίας. Η βαθιά, ιστορική διαχωριστική γραμμή σε κοινωνικό – ταξικό, οικονομικό και πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο, την οποία διαμόρφωσαν οι μνημονιακές πολιτικές, οδήγησε σε μια ανάλογη αντιστοίχιση τους κομματικούς φορείς του πολιτικού μας συστήματος… Το ΠΑΣΟΚ διέβη εδώ και χρόνια τον Ρουβίκωνα και δεν υπάρχει πλέον ούτε πλοίο ούτε οδός επιστροφής. Πολύ περισσότερο που η σημερινή του ηγεσία έχει πλήρως νομιμοποιήσει και δικαιολογήσει αυτούσια τη μνημονιακή διαδρομή του κόμματος, μια διαδρομή που είχε ως αφετηρία το Καστελλόριζο. Μοναδικός αντίπαλος του σημερινού ΠΑΣΟΚ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο ασκεί οξύτατη κριτική, διανθισμένη συχνά με ακραίες, υβριστικές τύπου επιθέσεις και χαρακτηρισμούς… Μʼ αυτόν τον τρόπο η ηγεσία του προσδοκεί ότι θα επανέλθουν οι παραπλανηθέντες -πρώην- ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που στήριξαν στις επάλληλες κρίσιμες αναμετρήσεις τη σημερινή κυβέρνηση.

Η Ιστορία όπως και οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις δεν γυρίζουν πίσω… Κι όσοι νομίζουν ότι η άσκηση της πολιτικής είναι όπως ένα παζλ που το διαλύεις στα κομμάτια του και το ανασυνθέτεις, αυτοί δεν αξίζει να υπηρετούν την πολιτική.


Σχολιάστε εδώ