Η ακύρωση των στρατιωτικών ασκήσεων στην Τουρκία και η προεκλογική αντιπαράθεση

Η τελευταία είχε ξεκινήσει στις 3 Μαΐου και αναμενόταν να περαιωθεί στις 29 Μαΐου, ενώ η άσκηση «Θεσσαλονίκη 2011» είχε ξεκινήσει στις 16 Μαΐου και θα ολοκληρωνόταν στις 26 του ίδιου μήνα. Αν και η ματαίωση αφορούσε ουσιαστικά μόνο το τελευταίο μέρος των ασκήσεων, που άπτεται κυρίως του τελετουργικού τυπικού, με το οποίο συνήθως κλείνουν οι ασκήσεις αυτές, δεν παύει να έχει τη σημασία της.

Διαφορετικές ερμηνείες δόθηκαν για τη ματαίωση αυτή των ασκήσεων. Άλλες συνέδεσαν τη ματαίωση με την πρόθεση της Άγκυρας να επιδείξει χειρονομία καλής θέλησης προς την Ελλάδα. Άλλες πάλι τη συνέδεσαν με την παρουσία ελληνικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας στην Τουρκία, όπου από την περασμένη Τρίτη διεξήγαγε συνομιλίες με τούρκους αξιωματούχους σχετικά με τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Τέλος, άλλες συνέδεσαν τη ματαίωση των ασκήσεων με τον πεντηκοστό γύρο των διερευνητικών επαφών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, που διεξήχθησαν στις 16 Μαΐου στο Τσεσμέ, όπου, όπως αναγράφηκε, ελήφθη η απόφαση για τη ματαίωση των μεγάλων αυτών ασκήσεων, ως ΜΟΕ μεταξύ των δύο χωρών. Δημοσιογραφικές όμως πηγές αναφέρουν ότι οι δυο πλευρές ήταν πολύ προσεκτικές και δεν άφησαν περιθώρια σχετικών συνειρμών.

Όσον αφορά τη ματαίωση των ασκήσεων είναι χαρακτηριστικό ότι ο τούρκος υπουργός Άμυνας κ. Γκιονούλ είπε ότι η σχετική απόφαση ελήφθη από τη στρατιωτική ηγεσία με την οποία ο ίδιος δεν επικοινώνησε διότι βρισκόταν εκτός Άγκυρας, στην Κωνσταντινούπολη.

Επιπλέον αξίζει να συγκρατηθεί και η συνάντηση του Προέδρου κ. Γκιουλ με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, στρατηγό κ. Ισίκ Κοσανέρ, αργά το βράδυ της Τετάρτης. Πληροφορίες αναφέρουν ότι τόσο ο Πρόεδρος κ. Γκιουλ, όσο και ο πρωθυπουργός κ. Ερντογάν αρνήθηκαν την πρόσκληση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου στην τελική φάση των ασκήσεων, αν και η παρουσία τους αποτελεί μέρος της συνήθως ακολουθούμενης σε τέτοιες περιπτώσεις εθιμοτυπικής πρακτικής.

Ανεξάρτητα πάντως από τους παραπάνω αναφερθέντες λόγους η ματαίωση των ασκήσεων μπορεί να συνδέεται και με την υφέρπουσα φήμη περί νέας περιόδου εντάσεως στις σχέσεις στρατιωτικών και κυβέρνησης.

Μέσα στο περίεργο αυτό κλίμα συγκρατήστε το δημοσίευμα της «Χουριέτ» της περασμένης Πέμπτης με τίτλο «Η Τουρκία και η Ελλάδα βρίσκονται κοντά στην ειρήνη στο Αιγαίο». Σύμφωνα με δημοσίευμα, οι συζητήσεις μεταξύ των δυο πλευρών έχουν φτάσει σʼ ένα «υποσχόμενο επίπεδο», έπειτα και από τον τελευταίο γύρο διερευνητικών επαφών που είχαν στο Τσεσμέ οι δύο πλευρές.

Και είναι γεγονός ότι οι διερευνητικές επαφές βρίσκονται σε εξέλιξη με εντατικοποιημένο ρυθμό, ουδείς όμως γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενό τους. Πλην βεβαίως των άμεσα εμπλεκόμενων σʼ αυτές και φυσικά των δύο υπουργών Εξωτερικών που είναι σε γνώση των σχετικών λεπτομερειών των συζητήσεων, όπως αναφέρουν τουρκικές δημοσιογραφικές πηγές.

Τα παραπάνω συνθέτουν περίεργο σκηνικό. Διερευνητικές συνομιλίες που η τουρκική πλευρά εμφανίζει ότι προχωρούν και «υπόσχονται» εξελίξεις, ασχέτως αν τούτο διαψεύδεται από ελληνικής πλευράς, ασκήσεις που ματαιώνονται χωρίς να είναι ξεκαθαρισμένοι οι λόγοι ματαίωσής τους, δηλώσεις όπως αυτή του τούρκου υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Γκιουνάι, που δήλωσε ότι η ακύρωση της τελικής φάσης των ασκήσεων θα έχει θετικό αντίκτυπο στον τουρισμό, δημιουργούν πολλά κενά και ερωτηματικά. Γιατί ορισμένοι ήλπιζαν ότι η ματαίωση των ασκήσεων θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια χειρονομία θετική απέναντι στην Ελλάδα. Δυστυχώς όμως μια ψύχραιμη ανάλυση των δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βασικό σκηνικό δεν δείχνει να αλλάζει.

Οι παραβιάσεις στον εναέριο χώρο μας συνεχίζονται. Οι τουρκικές αμφισβητήσεις δεν έχουν αρθεί, η τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» δεν έχει εγκαταλειφθεί και φυσικά το «casus belli» εξακολουθεί να αποτελεί μια μόνιμη απειλή. Γιʼ αυτό και δεν παραξενευτήκαμε με την επικριτική δήλωση της 24ης τρέχοντος του τούρκου ΥΠΕΞ, με αφορμή τις εκδηλώσεις για την επέτειο της Ποντιακής Γενοκτονίας, που έγιναν στη χώρα μας. Στη δήλωση του τούρκου ΥΠΕΞ γίνεται μνεία στην «παραπλανητική ερμηνεία της ιστορίας, που δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων»…

Κι όλα αυτά στο μέσον των τελευταίων εξελίξεων στην οικονομία και των κρίσιμων στιγμών που διέρχεται η χώρα μας. Αυτό όμως δεν αποτελεί δικαιολογία ούτε λόγο ελλιπούς ενημέρωσης επί των εθνικών θεμάτων. Όταν μάλιστα αυτά έχουν άμεση σχέση με τα κυριαρχικά δικαιώματά μας. Φοβόμαστε ότι λόγω της γενικότερης κατάστασης στην οικονομία δεν δίνεται απαραίτητη προσοχή στα ευαίσθητα εθνικά μας θέματα. Και είναι αλήθεια ότι οι εξελίξεις στην οικονομία τρέχουν και η πίεση είναι εμφανής. Μήπως όμως θα έπρεπε η κυβέρνηση που τόσο διακηρύσσει τα περί διαύγειας και διαφάνειας να ανοίξει σοβαρό διάλογο και για τα εθνικά θέματα. Γιατί να επιδιώκει τη συνεννόηση και τη συναίνεση στα θέματα της οικονομίας μόνο και όχι στα εθνικά; Είναι μικρότερης σημασίας; Όσο πιο αργά γίνει τόσο δυσκολότερη θα είναι η επίτευξη της επιβαλλόμενης συναίνεσης. Της συναίνεσης αυτής που θα εξασφαλίσει την οριοθέτηση της κόκκινης γραμμής που είναι απόλυτα απαραίτητη την περίοδο που διανύουμε.


Σχολιάστε εδώ