ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΑΔΙΑΛΛΑΞΙΑΣ ΤΟ ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

Με την ίδια λογική, θα έλεγε κανείς επίσης ότι η σημερινή δύσκολη περίσταση δεν είναι πρόσφορος χρόνος για τη διεξαγωγή ή την εντατικοποίηση «διερευνητικών επαφών» με την Τουρκία, οι οποίες υπολαμβάνονται από την πλευρά της ως «διαπραγματεύσεις» πάνω σε όλα τα θέματα του Αιγαίου που η ίδια εγείρει και όχι μόνον πάνω στο θέμα της υφαλοκρηπίδος, που θεωρείται από την ελληνική πλευρά ως η μόνη διαφορά προς συζήτηση.

Προβάλλεται ως επιχείρημα για την πραγματοποίηση της επισκέψεως η διατήρηση της δυναμικής που αναπτύχθηκε μετά την εντατικοποίηση των «διερευνητικών επαφών» τον περασμένο Μάιο, με πρωτοβουλία των δύο πρωθυπουργών. Ειδικότερα, η προετοιμασία της προσεχούς επισκέψεως του έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία και η προώθηση του έργου του Συμβουλίου Συνεργασίας Υψηλού Επιπέδου, που δημιουργήθηκε τον περασμένο χρόνο, ως νέο πλαίσιο αναβαθμισμένης «στρατηγικής» συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Προβάλλεται, με την κινητικότητα αυτή, η ιδέα ότι συντελείται ουσιαστική πρόοδος στο θέμα του Αιγαίου, ότι αναπτύσσεται, σε στρατηγικό μάλιστα επίπεδο, η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών και ότι παγιώνεται και ανοίγει νέους ορίζοντες η ελληνοτουρκική «φιλία». Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Αιγαίο, ο τούρκος υπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 10 Μαρτίου 2011, φτάνει στο σημείο να δηλώσει, αναφερόμενος στις «διερευνητικές επαφές», ότι «οι συνομιλίες αυτές οδηγούν τώρα σε ουσιαστικά αποτελέσματα». Ποια είναι αυτά τα αποτελέσματα; Υπονοεί ο τούρκος υπουργός κάτι που δεν γνωρίζει η ελληνική κοινή γνώμη, προϊόν δηλαδή μυστικών συζητήσεων, ή ζυμώνει προπαγανδιστικά την ελληνική κοινή γνώμη για να παρουσιάσει ως δήθεν «αποδεκτές» τις τουρκικές θέσεις;

Σε κάθε περίπτωση, ο τούρκος υπουργός, έστω και με πολλές ευλογίες στην ελληνοτουρκική «φιλία» και με ύφος αβρό και περίτεχνο, παρουσίασε με απροκάλυπτο τρόπο τις τουρκικές θέσεις και δεν άφησε κανένα πια περιθώριο σε καλοθελητές για διακρίσεις και αντιδιαστολές μεταξύ της πολιτικής των «κακών» στρατηγών και του «καλού» Ερντογάν.

ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ,
ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΟΖ

Ο τούρκος υπουργός μερίμνησε ήδη, πριν από την άφιξή του, να στείλει τα μηνύματά του με μακροσκελή συνέντευξη στην «Καθημερινή της Κυριακής» της 6ης Μαρτίου. Έθεσε, πρωτ’ απ’ όλα, σ’ αυτήν απροκάλυπτα θέμα Καστελλορίζου. Είπε, συγκεκριμένα, ότι το Καστελλόριζο δεν περιλαμβάνεται στις «διερευνητικές επαφές» για το Αιγαίο γιατί γεωγραφικά δεν ανήκει στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιβεβαίωσε δηλαδή, παίζοντας με τους γεωγραφικούς όρους και τις λέξεις, την προσπάθεια της Άγκυρας να διαφοροποιήσει την περίπτωση του Καστελλορίζου, να το αφήσει εκτός των «διερευνητικών επαφών» για το Αιγαίο και να εγγράψει υποθήκην υπέρ των γνωστών θέσεών της ότι τα νησιά, πολύ περισσότερο ένα τόσο μικρό νησί, δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Δεν διαφεύγει, βεβαίως, κανενός η στρατηγική θέση και σημασία του Καστελλορίζου, που διασυνδέει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Ελλάδος με εκείνην της Κύπρου και παρεμβάλλεται στις φιλοδοξίες της Άγκυρας να επεκτείνει τη δική της ΑΟΖ μέχρι εκείνη της Αιγύπτου και στην πολλά υποσχόμενη σε ενεργειακούς πόρους υποθαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Κρήτης. Η διακοπή της συνέχειας μεταξύ της ΑΟΖ της Ελλάδος και εκείνης της Κύπρου ενέχει επιπλέον τεράστια γεωστρατηγική σημασία μετά την ανεύρεση μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη ρήξη μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους το φυσικό αέριο της περιοχής μπορεί να μεταφέρεται προς την Ευρώπη είναι η κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού μέσω της ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος. Αντιλαμβάνεται κανείς τη σημασία που έχει επομένως, στο πλαίσιο αυτό, η συνέχεια μεταξύ των δύο ΑΟΖ. Η Άγκυρα, επενδύοντας παραλλήλως στο «ψευδοκράτος» στην Κύπρο και στην προοπτική νομιμοποιήσεως και διεθνούς αναγνωρίσεώς του, ενδεχομένως στο πλαίσιο μιας «λύσεως» τύπου Σχεδίου Ανάν, το εξώθησε να ανακηρύξει δική του παράνομη ΑΟΖ, αμφισβητώντας την ΑΟΖ της Κύπρου στα βόρεια και στα δυτικά της παράλια, που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των κατοχικών στρατευμάτων.

ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΣ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ
ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΧΜΕΤ ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ ΩΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ»

Στην ίδια συνέντευξη, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών κατέστησε απολύτως σαφείς τις τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο, εκφράζοντας παραλλήλως «αισιοδοξία» για «την επίτευξη συνολικής και βιώσιμης λύσεως σε όλα τα θέματα που αφορούν το Αιγαίο». Ποια είναι όμως η βάση επάνω στην οποία προτείνει την επίλυση «όλων των θεμάτων»; Η διμερής διαπραγμάτευση. Εκτός δηλαδή του πλαισίου της Διεθνούς Συμβάσεως Θαλασσίου Δικαίου. Την τελευταία η Τουρκία αρνείται να την προσυπογράψει, χωρίς όμως αυτό να υποθηκεύει την ισχύ της από πλευράς διεθνούς δικαίου.

Η πρότασή του για την άρση από την Τουρκία της απειλής του casus belli είναι επίσης αφοπλιστική: Ζητά «ως αντάλλαγμα» να παραιτηθεί η Ελλάδα από το δικαίωμα επεκτάσεως των χωρικών της υδάτων μέχρι 12 ν.μ., όπως έχει δικαίωμα από το διεθνές δίκαιο. Να υποκύψει δηλαδή στην τουρκική απαίτηση, για την υποστήριξη της οποίας ψηφίσθηκε ακριβώς από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση το casus belli.

Η δικαιολογία του για τις παραβάσεις και τις παραβιάσεις αντιστοίχως του ελληνικού FIR και του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου είναι το ίδιο άνετη και παραπειστική, όπως και για τις προκλητικές «κρουαζιέρες» στις Κυκλάδες και μέχρι τις ακτές της Αττικής τουρκικών πολεμικών σκαφών. Επιβεβαιώνει ότι τόσο οι πτήσεις των τουρκικών μαχητικών όσο και ο πλους σε όλο το Αιγαίο τουρκικών πολεμικών σκαφών δεν θεωρούνται από την τουρκική πλευρά ως προκλήσεις. Παραδέχεται ουσιαστικά ότι αντιπροσωπεύουν μια συστηματική πολιτική αμφισβητήσεως της Ελληνικότητας του Αιγαίου, καταργήσεως του στρατηγικού βάθους που έχει το Αιγαίο για την ελληνική άμυνα και ασφάλεια, και προβολής «ίσων» τουρκικών δικαιωμάτων σε όλο το Αιγαίο, με πρόσχημα την ελευθερία κινήσεως και το δικαίωμα «αβλαβούς διελεύσεως» μέσα ακόμη και από τα χωρικά ύδατα. Με βάση λοιπόν τη λογική αυτή, οι τουρκικές προκλήσεις θα συνεχισθούν.

Ο τούρκος υπουργός φθάνει μάλιστα στο σημείο να καταγγέλλει την Ελληνική Αεροπορία για δήθεν παραβιάσεις του τουρκικού εναέριου χώρου και να παρουσιάζει τις αναχαιτίσεις των τουρκικών αεροσκαφών στο Αιγαίο ως «παρενοχλήσεις». Επαναφέρει μάλιστα ακροθιγώς, υπό το πρόσχημα της ασφάλειας των πτήσεων και με τη μορφή Μέτρων Οικοδομήσεως Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), την ιδέα για μη εξοπλισμένες πτήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών στο Αιγαίο. Την εξίσωση δηλαδή των ελληνικών στρατιωτικών αεροσκαφών, που ίπτανται μέσα στο ελληνικό FIR, τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο και πάνω από ελληνικό εθνικό χώρο, με τα τουρκικά αεροσκάφη, που εισέρχονται στο ελληνικό FIR χωρίς να υποβάλλουν σχέδια πτήσεως και παραβιάζουν τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο. Παρέλκει, βεβαίως, να υπογραμμισθεί τι θα σήμαινε μια τέτοια ρύθμιση για το καθεστώς του Αιγαίου και την ελληνική αεράμυνα.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Αχμέτ Νταβούτογλου δεν παραλείπει να αναφερθεί επίσης στα όρια του εθνικού εναέριου χώρου, τα οποία είναι 10 ν.μ., και να ζητήσει την ευθυγράμμισή τους, κατα τη συνήθη διεθνή πρακτική, με τα θαλάσσια όρια που είναι 6 ν.μ. Αντιπαρέρχεται όμως το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να επεκτείνει μέχρι 12 ν.μ. τα χωρικά της ύδατα και ότι η ευθυγράμμιση μεταξύ χωρικών υδάτων και εθνικού εναέριου χώρου μπορεί να γίνει προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω, όπως απαιτεί η Τουρκία.

ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ «ΚΟΙΝΗ
ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ»

Σε ό,τι αφορά το θέμα ενδεχομένων κοινών ερευνών και συνεκμεταλλεύσεως ενεργειακών κοιτασμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, για το οποίο ερωτήθηκε στη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ο τούρκος υπουργός απέφυγε να αναφερθεί στα ακανθώδη προβλήματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Προτίμησε να επικεντρωθεί στο Αιγαίο, όχι μόνον γιατί αυτό αποτελεί άμεσο στόχο της τουρκικής διπλωματίας, αλλά και γιατί ήθελε επίσης να αποφύγει να αναγνωρίσει οποιονδήποτε ρόλο και συνάφεια της Ελλάδος με την Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία η τουρκική πλευρά εντάσσει και το Καστελλόριζο.

Υπερθεμάτισε, βεβαίως, υπέρ της «κοινής εκμεταλλεύσεως ενεργειακών κοιτασμάτων στο Αιγαίο». Έθεσε όμως ως προϋπόθεση την κοινή συμφωνία των δύο χωρών «στους πολιτικούς και νομικούς όρους αυτής της συνεργασίας». Η τοποθέτηση αυτή, που παραπέμπει σε αξιώσεις «ισότιμου» καθεστώτος στο Αιγαίο, δείχνει σαφώς πώς αντιλαμβάνεται η τουρκική πλευρά τη λεγόμενη «συνεκμετάλλευση». Η τελευταία υποβάλλεται συνεχώς από ξένο παράγοντα ως ιδέα για την παράκαμψη των «διαφορών» στο Αιγαίο και την αξιοποίηση των ενεργειακών του πόρων, χωρίς δήθεν επηρεασμό των εκατέρωθεν πολιτικών και νομικών θέσεων και του καθεστώτος του Αιγαίου.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο τούρκος υπουργός μεριμνά επίσης να αναφερθεί σε «κοινή θαλάσσια στρατηγική» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και σε «απροσδιόριστα θαλάσσια σύνορα» στο Αιγαίο, εύσχημη αναφορά στις τουρκικές διεκδικήσεις ελληνικών νησίδων και βραχονησίδων, των οποίων το καθεστώς είναι δήθεν απροσδιόριστο.

Αποδέχεται επίσης, κατ’ αρχήν, την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, υποδηλώνοντας όμως ότι η προσφυγή δεν θα αφορούσε, σε μια τέτοια περίπτωση, μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδος, όπως είναι η θέση της ελληνικής πλευράς, αλλά «όλα τα θέματα του Αιγαίου». Όλες δηλαδή τις αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις που εγείρει η τουρκική πλευρά και χωρίς επίσης οποιαδήποτε αλλαγή στο σημερινό νομικό καθεστώς, όπως θα ήταν, π.χ., η επέκταση των χωρικών υδάτων, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Σημειώνει, πάντως, με νόημα ότι «για την επίλυση, με ειρηνικά μέσα, όλων των υφισταμένων ζητημάτων στο Αιγαίο δεν αποκλείω τα όποια μέσα για τη διευθέτηση των προβλημάτων να βασίζονται στην οικειοθελή αποδοχή τους από τα δύο κράτη».

Δεν πρέπει, ασφαλώς, να δημιουργεί αυταπάτες η υποβαλλόμενη ευμενής αμοιβαιότητα. Ένα έγγραφο από το παρελθόν, συγκεκριμένα από το 1979, έρχεται να ρίξει φως στο μέγεθος της τουρκικής αδιαλλαξίας στο Αιγαίο, η οποία αμφισβητεί το δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα ακόμη και στην Κρήτη! Το έγγραφο προέρχεται από τα αρχεία του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σημερινή» της Κύπρου από τη Φανούλα Αργυρού, ερευνήτρια που ζει μόνιμα στο Λονδίνο και μελετά συστηματικά τα αγγλικά διπλωματικά αρχεία, που αποδεσμεύονται από το απόρρητο μετά την παρέλευση τριάντα χρόνων. Πρόκειται για έγγραφο του τότε άγγλου πρέσβεως στην Αθήνα, ο οποίος ενημερώνει τον διευθυντή του Τμήματος Νοτίου Ευρώπης T. L. A. Daunt, αναφέροντας ως πηγή των πληροφοριών του τον πρέσβυ Ιωάννη Τζούνη, που ήταν επικεφαλής των διαπραγματεύσεων, από την ελληνική πλευρά, για την υφαλοκρηπίδα. Η τουρκική πλευρά είχε δεχθεί, ύστερα από έντονες πιέσεις, να δώσει χάρτη με τις θέσεις της για την υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο. Προς μεγάλη κατάπληξη, ο χάρτης που κατέθεσε η τουρκική πλευρά περιελάμβανε στην τουρκική υφαλοκρηπίδα τη Λήμνο, τη Λέσβο, τη Χίο, την Ικαρία, τη Σάμο, την Κω, τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κάσο, με τη διαχωριστική γραμμή να φθάνει ως τις ακτές της Κρήτης (βλ. χάρτη). Θα έλεγε κανείς ότι οι μετέπειτα εξελίξεις στο διεθνές θαλάσσιο δίκαιο, που ακύρωσαν κάθε γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδος, άφησαν μετέωρες τις τουρκικές διεκδικήσεις, που βασίζονταν σε ισχυρισμούς για προέκταση στο Αιγαίο της γεωλογικής υφαλοκρηπίδος της Μικράς Ασίας. Η άποψη αυτή είναι σχετική γιατί οι διεκδικήσεις της Άγκυρας εκπορεύονται από στρατηγικούς λόγους, οι οποίοι δεν έχουν αλλάξει, και επιδιώκουν την ανατροπή του ισχύοντος καθεστώτος του Αιγαίου, με τη μορφή «ίσων» δήθεν δικαιωμάτων, συγκυριαρχίας και συνεκμεταλλεύσεως.

Η Άγκυρα εξακολουθεί πάντα να απορρίπτει το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο, που αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στα νησιά του Αιγαίου.

Στο ίδιο αγγλικό έγγραφο έχουμε επίσης μια συνταρακτική αποκάλυψη και μαρτυρία του απαράδεκτα υποχωρητικού και φοβικού τρόπου με τον οποίο συζητά και διαπραγματεύεται, δυστυχώς, η ελληνική πλευρά. Σημειώνεται σχετικά ότι, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσουν τους Τούρκους, οι Έλληνες πρόσφεραν κάποιες δεσμεύσεις, περιλαμβανομένων εγγυήσεων για ελεύθερη διακίνηση των τουρκικών πλοίων σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδος. Πρότειναν επίσης καμία πλευρά να μην προβεί σε ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στο Αιγαίο και επίσης καμία πλευρά να μην μεταφέρει επιθετικά όπλα στον θαλάσσιο βυθό στη δική της υφαλοκρηπίδα. Οι Τούρκοι, σημειώνει το έγγραφο, ούτε καν ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτές τις ιδέες.

Ορίστε, λοιπόν, που υπάρχει μακρά προϊστορία στην περίεργη σιωπή και αδράνεια της ελληνικής πλευράς για την ΑΟΖ. Από τότε ακόμη που η έννοια της ΑΟΖ ήταν στα σπάργανα και δεν είχε ακόμη επικυρωθεί και τεθεί σε ισχύ από τη Διεθνή Σύμβαση Θαλασσίου Δικαίου. Συνεχίζεται, δυστυχώς, η πολιτική αυτή όταν το θέμα της ΑΟΖ έχει γενική διεθνή αναγνώριση και καθιέρωση και όταν η ανακήρυξή της είναι επείγουσα και έχει τεράστια στρατηγική και οικονομική σημασία για την Ελλάδα.

Αντιδρώντας με φοβικά σύνδρομα, οι ηγεσίες της χώρας αδράνησαν να δημιουργήσουν ερείσματα και να εφαρμόσουν προς όφελος της χώρας αυτά που αποτελούν σήμερα διεθνή κανόνα και δικαίωμα. Είναι χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι μόλις προχθές περιελήφθη, για πρώτη φορά, σε ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναφορά στην υποχρέωση της Τουρκίας, υποψήφιας χώρας για ένταξη στην ΕΕ, να επικυρώσει τη Σύμβαση για το Διεθνές Θαλάσσιο Δίκαιο, που αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

ΣΥΓΚΕΚΑΛΥΜΜΕΝΕΣ
ΑΠΕΙΛΕΣ ΓΙΑ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ
ΘΕΤΟΥΝ ΠΡΟΣΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ
ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Η Ελλάδα ανέτρεψε, στο τέλος της δεκαετίας του ’90, τη διακομματική εξωτερική πολιτική της ότι δεν ετίθετο θέμα να υποστηρίξει την τουρκική ένταξη στην ΕΕ εάν προηγουμένως δεν διευθετούνταν τα ελληνοτουρκικά προβλήματα, με πρώτο το Κυπριακό. Είναι γνωστές οι περιστάσεις υπό τις οποίες ανετράπη, από την κυβέρνηση Σημίτη, η πολιτική αυτή.

Κύριο επιχείρημα αποτέλεσε ο αντίστροφος ακριβώς ισχυρισμός, ότι δηλαδή η διαδικασία της εντάξεως θα επενεργούσε ως καταλύτης για την επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ποια είναι σήμερα η πραγματικότητα, μετά δηλαδή τη διαρροή μιας δεκαετίας περίπου. Η πικρή αλήθεια είναι ότι κάτω από τον μανδύα της επευφημούμενης ελληνοτουρκικής «φιλίας» τα προβλήματα παραμένουν. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις έχουμε κλιμάκωση των τουρκικών διεκδικήσεων και προκλήσεων και συγκεκαλυμμένες απειλές για ντε φάκτο λύσεις, με προσφυγή σε συσχετισμούς δυνάμεων.

Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική η λήθη με την οποία αντιμετωπίζει η Άγκυρα τις υποχρεώσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων και η οργή που εκδηλώνει ένταντι κάθε χώρας, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, που δέχθηκε, υπό όρους και προϋποθέσεις, να συναινέσει στην ενταξιακή της πορεία.

Το πνεύμα αυτό εξέφρασε στη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο τούρκος υπουργός, αναφερόμενος σε «πολιτικά εμπόδια που προβάλλουν ορισμένα μέλη». «Αυτά τα πολιτικά εμπόδια», είπε, «δεν λειτουργούν προς όφελος των συγκεκριμένων κρατών». Ασφαλώς, δεν αναφερόταν μόνο στην Ελλάδα και την Κύπρο. Εννοούσε όμως κυρίως αυτές, οι οποίες είναι στην πρώτη γραμμή των προβλημάτων με την Τουρκία. Είναι άγνωστο σήμερα ποια κατάληξη θα έχει η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, η οποία έφθασε σε οριακό σημείο. Μπορεί όμως να εξακολουθήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική να επαναλαμβάνει τα όσα ισχυρίζεται, εδώ και μια δεκαετία, σχετικά με τον ρόλο καταλύτη στα ελληνοτουρκικά προβλήματα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας;

«ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΣΧΕΣΕΩΝ» Η ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Επιτομή του πολιτικού λόγου που εξέφερε ο τούρκος υπουργός, κατά την επίσημη και ιδιωτική του επίσκεψη στη Θράκη, ήταν η προβολή ενός «νέου προτύπου σχέσεων», το οποίο όμως έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τις αδιάλλακτες τουρκικές διεκδικήσεις.

Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, θέλοντας να τονίσει τις ομοιότητες και τα κοινά στοιχεία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, έφτασε στο σημείο να συνταυτίσει τις δύο χώρες και να δηλώσει ότι «Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν τα σύνορα της Δύσης και της Ανατολής». Ζήτησε επίσης «κοινή κατανόηση της Ιστορίας στο μέλλον» και παρότρυνε «να καταστήσουμε κυρίαρχη την κοινή μας ιστορική αντίληψη». Αναφέρθηκε επίσης στον διαθρησκευτικό διάλογο και στην «πολυπολιτισμική» και «πολυθρησκευτική» υπόσταση των κοινωνιών μας. Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη συμβολή της Τουρκίας στην «πολυπολιτισμική» και «πολυθρησκευτική» μετάλλαξη της Ελλάδος, με την ακατάσχετη διοχέτευση λαθρομεταναστών στη χώρα μας. Η εξέλιξη αυτή, της οποίας οι διαστάσεις και οι επιπτώσεις δεν έχουν ακόμη πλήρως συνειδητοποιηθεί, έχει εκλεκτική συγγένεια με τον Νεοοθωμανισμό, του οποίου μεγάλος θεωρητικός είναι ο σημερινός τούρκος υπουργός Εξωτερικών.

Η κυβέρνηση και οι άλλες πολιτικές ηγεσίες πρέπει να συναγάγουν τα συμπεράσματά τους για την πραγματική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Να μη διαβουκωλούνται με μάταιες ελπίδες και ψευδαισθήσεις, συζητώντας απαράδεκτους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, με την επίφαση προσεγγίσεως και «φιλίας».

Οι πραγματικές φιλίες στερεώνονται πάνω στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και του δικαίου. Χρειάζεται σήμερα περισσότερη ακόμη προσοχή και επαγρύπνηση γιατί η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η χώρα διεγείρει μεγαλύτερες ακόμη επιβουλές και βλέψεις σε βάρος της, και σε τέτοιες περιπτώσεις η υποχωρητικότητα και τα φοβικά σύνδρομα είναι πολύ κακός σύμβουλος και πολύ κακή πολιτική.


Σχολιάστε εδώ