Η καταθλιπτική καθήλωση του ελληνικού στρατηγικού ρόλου

ΤΗΝ ΩΡΑ που οι Έλληνες χειμάζονται από κρίσιμα προβλήματα οικονομικής επιβιώσεως (με τη χώρα σε κατάσταση μιας εν δυνάμει χρεοκοπίας) και που η εσωστρέφεια τείνει να καταστεί ανίατη παθογένεια, στην περιοχή μας εξελίσσονται δραματικές διαφοροποιήσεις. Που αναπαράγουν δυναμικές μετατοπίσεως κέντρων ισχύος και ως εκ τούτου αναδιατάξεως στρατηγικών ισορροπιών. Γιατί μόνον μυωπάζοντες δεν βλέπουν (και δεν μπορούν να επιμετρήσουν) όσα εκδήλως κυοφορούν οι έως και καταιγιστικές εξελίξεις, τόσο στη Ανατολική Μεσόγειο -σε ό,τι αφορά τον ενεργειακό χάρτη- όσο και στο ευρύτερο μεσανατολικό τόξο. Με τις εξεγέρσεις που εκσπούν και τις ανατροπές που επέρχονται. Των οποίων μεν ουδείς μπορεί να προδιαγράψει με βεβαιότητα το τελικό απότοκο. Αλλά που σίγουρα θα οδηγήσουν σε στρατηγικές ανακατατάξεις.
Είναι ίσως η χειρότερη για μας συγκυρία. Γιατί τώρα θα έπρεπε ακριβώς η Ελλάδα να βρίσκεται σε φοράν ανατάξεως. Και οικονομικά και πολιτικά. Ώστε: Όχι μόνο ν’ αποσοβήσει ορατούς κινδύνους, αλλά και για να διαδραματίσει τον ρόλο της.
Όπως αυτός προσδιορίζεται φύσει και από την εύλογη γεωστρατηγική της θέση και από τις προφανείς εθνικές της αναγκαιότητες.
Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει επαρκής και τελοσπάντων υπολογίσιμη παρέμβαση, όταν αυτή δεν έχει τις απαιτούμενες σταθερές αντιστηρίξεις.
Που προϋποθέτουν: Πρωταρχικά, εάν όχι οικονομική ευρωστία, τουλάχιστον οικονομική σταθερότητα κι ελάσσονα προβλήματα. Ταυτοχρόνως αποφασιστική επαύξηση δυνατοτήτων. Τέτοια, που να διαβιβάζει ανάλογα μηνύματα όπου δει. Και όσον αφορά διαθέσεις. Και σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αντιστάσεων όπου αυτές επιβάλλονται.
Για να μην εμπαίζομεν όμως εαυτούς και αλλήλους: Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όσο η Τουρκία ταχυρρύθμως ευρύνεται ως περιφερειακή δύναμη (με πολιτικοοικονομικούς και κυρίως στρατηγικούς όρους), τόσο η Ελλάδα κατολισθαίνει! Και με μη αναστρέψιμες ενδεχομένως προοπτικές. Η πικρή αλήθεια. Η οποία επώδυνη αλήθεια, εάν πάραυτα δεν συνειδητοποιηθεί, ώστε να διαβιβάσει επιβαλλόμενα σήματα κινδύνου (από τα οποία ν’ αναπαραχθούν ανάλογες αντιστάσεις) θα υποτραπεί. Και θα μεταφρασθεί σε ακόμη οδυνηρότερες συνέπειες. Που δεν θα περιορισθούν στο οικονομικοκοινωνικό γίγνεσθαι. Με ό,τι αυτό σημαίνει. Και σημαίνει πολλά.
Αυτήν ακριβώς την ώρα, κατά την οποία ο τουρκικός ρόλος εμφανίζεται αποφασιστικός -για πολλούς κι ευανάγνωστους λόγους- ο ρόλος της Ελλάδος δεν μπορεί ν’ αποβεί έστω και κατά τεκμήριον ουσιώδης.
Όχι γιατί δεν μπορούσε να είναι τέτοιος και οπωσδήποτε υπολογίσιμος, αλλά γιατί δεν μπορεί να υποστηριχθεί από εκείνο που η διαλεκτική του Θουκυδίδη προτάσσει ως προϋπόθεση: Την ισχύ. Που να δίδει ουσιαστικές (και για τους τρίτους πειστικές) αντιστηρίξεις στις εθνικές επιλογές.
Ή τουλάχιστον την αναίρεση των καταλυτικών εκείνων προβλημάτων, που επενεργούν σαν βαρίδια. Περιστέλλοντας βιαίως δυνατότητες. Και καθηλώνοντας στρατηγικές παρεμβάσεις.
Αυτό είναι το εκ των πραγμάτων αυτονόητο. Και η αρθρογραφική επισήμανσή του, δεν προσφέρει τίποτα. Γιατί το θέμα είναι το δέον και όχι το μέλλει γενέσθαι. Και το δέον γενέσθαι συνάπτεται ακριβώς άμεσα, με την αναγκαιότητα συνειδητοποιήσεως όσων βιώνονται ως επικίνδυνες αδυναμίες, ώστε να υπάρξουν ανάλογες αποφάσεις. Που να διέπονται από ενεργό και κυρίως αποτελεσματική βούληση.
Αφενός για την ανάσχεση των ολισθήσεων. Και αφετέρου για την αναστροφή αυτής της κατιούσας. Πρωταρχικά για να μην υπάρξουν απώλειες στον τομέα των γεωπολιτικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Και ταυτοχρόνως για να μην επέλθουν αδόκητες και μοιραίες αναδιπλώσεις σ’ αυτά που ιεραρχούνται ως εθνικά ζητήματα. Όπως το Κυπριακό, που βρίσκεται ήδη επί ξυρού ακμής. Και όχι μόνον. Γιατί αν υπάρξουν, δεν θα είναι ποσώς αναστρέψιμες…


Σχολιάστε εδώ