Βίοι παράλληλοι…

Η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’50, ρημαγμένη από τη γερμανική Κατοχή (1941-44) και στη συνέχεια από τον πολυαίμακτο Εμφύλιο, προσπαθεί να επουλώσει τις βαθιές πληγές της και να δρομολογήσει ένα σταθερό πρόγραμμα ανασυγκρότησης των ερειπίων.

Την κυβέρνηση του Νικόλαου Πλαστήρα, με αρχιτέκτονα της οικονομικής ανόρθωσης τον Γεώργιο Καρτάλη, τη διαδέχεται το 1952 ο Συναγερμός του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου. Τη θέση του διαπρεπούς θεσσαλού πολιτικού στο επιτελικό υπουργείο Συντονισμού την καταλαμβάνει, με απόλυτες σχεδόν εξουσίες στον οικονομικό τομέα, ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Αιφνιδίως όμως, στις 2 Απριλίου 1954 ο πανίσχυρος μέχρι τότε υπουργός Συντονισμού υποβάλλει την παραίτησή του.

Οι πραγματικές αιτίες της παραίτησης Μαρκεζίνη παραμένουν μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστες, αν και ο ίδιος εκ των υστέρων συνδέει την παραίτησή του με τη διαχείριση του Κυπριακού και την άρνηση του Παπάγου να του αναθέσει το υπουργείο Εξωτερικών.

Όμως, επτά μήνες αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου 1954, ο Αλ. Παπάγος κατηγορεί με δηλώσεις του τον πρώην στενό συνεργάτη του ότι είχε, εν αγνοία του πρωθυπουργού, ανταλλάξει επιστολές με τον γερμανό ομόλογό του Λούντβιχ Έρχαρτ, οι οποίες δέσμευαν την ελληνική κυβέρνηση απέναντι στις γερμανικές εταιρείες Ζήμενς (για την επέκταση του τηλεφωνικού δικτύου της χώρας) και Τελεφούνκεν (για το ραδιοφωνικό δίκτυο).

Η σύγκρουση Μαρκεζίνη – Παπάγου πήρε ευρύτατες διαστάσεις, πολιτικές και δημοσιογραφικές, και από τη σχετική συζήτηση στη Βουλή και τις αλληλοκατηγορίες που εκτοξεύθηκαν «αναδυόταν μία νοσηρή διαπλοκή μεταξύ πολιτικής εκπροσώπησης, ξένων παρεμβάσεων και αντιπροσώπων των Γερμανικών εταιρειών στην Ελλάδα».

Το πρόσωπο κλειδί στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ο Ι. Βουλπιώτης, (αντιπρόσωπος της Ζήμενς και της Τελεφούνκεν), αλλά και συνεργάτης των Γερμανών στην Κατοχή και «σύμβουλος» των Κυβερνήσεων των Ελλήνων Κουΐσλιγκ (Γ. Τσολάκογλου, Κ. Λογοθετόπουλου και Ι. Ράλλη), ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πρόσωπα του οικονομικοπολιτικού παρασκηνίου τη δεκαετία του ’50.

Ήδη ο Ι. Βουλπιώτης, από το 1949, και αφού στο μεταξύ η ξενοκρατία και η εγχώρια αντίδραση εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τα λάθη της Αριστεράς (Οκτώβριος 1944 – καλοκαίρι 1949) και αναβάπτισε στην «κολυμβήθρα της Εθνικοφροσύνης» τον Δωσιλογισμό της Κατοχής -στα επίλεκτα στελέχη του οποίου ανήκε και ο αντιπρόσωπος της Ζήμενς στη χώρα μας- είχε τεθεί στην υπηρεσία των σκοτεινών δυνάμεων της περιόδου, για την εξουδετέρωση, μέσω συκοφαντιών, πολιτικών οι οποίοι όρθωναν το ανάστημά τους στην αποικιακή εξάρτηση της χώρας στην αναδυόμενη τότε, κατά την αιχμή του Ψυχρού Πολέμου, οικονομική κυριαρχία της Δυτικής Γερμανίας στα Βαλκάνια, και δη στην Ελλάδα, δεδομένου ότι οι υπόλοιπες χώρες της Χερσονήσου είχαν ενταχθεί στο μπλοκ της σοβιετικής κυριαρχίας.

Την περίοδο της δράσης και των διασυνδέσεων του Ι. Βουλπιώτη με το στενό περιβάλλον του Παπάγου, όπως είχε αποκαλύψει τότε η εφημερίδα «Ελευθερία», ο «ανατέλλων αστήρ» της Συντηρητικής Παράταξης, Κωνσταντίνος Καραμανλής, με επιστολή του στον στρατάρχη πρωθυπουργό (1 Δεκεμβρίου 1954), σκιαγραφούσε ως εξής το πολιτικό κλίμα και ειδικότερα την πολιτική φυσιογνωμία του Συναγερμού, δύο χρόνια από τον εκλογικό θρίαμβο του 1952.

• «Ο Συναγερμός(…) ενεφάνισε κατά την διετή πορεία του τας εξής δύο βασικάς αδυναμίας, αίτινες εδημιούργησαν μίαν απόστασιν μεταξύ αυτού και των μαζών, αίτινες τον ηκολούθουν. Πρώτον, η προέλευσις και η ιδιοσυγκρασία των προσώπων, τα οποία ήσκησαν την οικονομικήν του πολιτικήν, αλλά και συγκεκριμέναι πολιτικαί πράξεις, τον ετοποθέτησαν απολύτως δεξιά και, δεύτερον, η οικονομική αυτή πολιτική ησκήθη κατά τρόπον ώστε να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι δι’ αυτής δεν εξυπηρετήθησαν απλώς μεγάλα συμφέροντα, αλλά πολλάκις και ύποπτα τοιαύτα…».

Η Ζήμενς και ο ρόλος του Ι. Βουλπιώτη θα αναδυθούν και πάλι στην επικαιρότητα το καλοκαίρι του 1955. Είναι η περίοδος κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση αναζητεί λύσεις στον εκσυγχρονισμό του τηλεφωνικού δικτύου της χώρας. Έργο το οποίο διεκδικεί κατά μονοπωλιακό τρόπο και πάλι η γερμανική εταιρεία. Του υπουργείου Συγκοινωνιών προΐσταται ο Κ. Καραμανλής, με υφυπουργό και στενό συνεργάτη του τον Κ. Ε. Παπακωνσταντίνου, τον μετά τη Μεταπολίτευση πρόεδρο της Βουλής.

Το δίδυμο Κ. Καραμανλή – Κ. Ε. Παπακωνσταντίνου, και με αφορμή τη μελετώμενη υπογραφή σύμβασης με τη Ζήμενς, διατύπωσε διαφωνίες εάν και κατά πόσον ήταν συμφέρουσα για τη χώρα η συγκεκριμένη σύμβαση, ενώ ο Κ. Καραμανλής ομολόγησε ότι «υπήρξαν (…) αρκεταί περιπτώσεις κατά τας οποίας διεφώνησα με την ακολουθουμένην από την κυβέρνησιν πολιτικήν». Και στις 2 Ιουλίου 1955 υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία δεν έγινε αποδεκτή και δημοσίως μάλιστα διαψεύσθηκε ακόμη και η ύπαρξή της.

Ένα μήνα αργότερα, στο εσωτερικό της κυβέρνησης του Συναγερμού, ενώ ο στρατάρχης Παπάγος είναι σοβαρά ασθενής, κορυφώνονται οι συγκρούσεις για τη διαδοχή με επίκεντρο τον Στ. Στεφανόπουλο, ο οποίος εφέρετο ως ο πιθανότερος διάδοχος του πρωθυπουργού. Όμως ήδη τα Ανάκτορα είχαν δρομολογήσει τη φορά των εξελίξεων.

Το Κυπριακό σε κρίσιμη καμπή, ο Παπάγος ασθενής και το κυβερνών κόμμα του Συναγερμού σε κλίμα «πολιτικής κακοδαιμονίας». Ο βασιλιάς Παύλος, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Κ. Καραμανλή, του διαβίβασε την επιθυμία «ωρισμένοι άνθρωποι να εξετάσουν την δυνατότητα δημιουργίας διαδόχου κυβερνητικού σχήματος».

Η Ζήμενς και ο άνθρωπός της στην Ελλάδα, το πρόσωπο των σκοτεινών παρασκηνίων, ο Ι. Βουλπιώτης, εν όψει και των εξελίξεων από τη σύγκρουση Στ. Στεφανόπουλου – Κ. Καραμανλή για τη διαδοχή του Παπάγου, εξαπολύει σειρά καταγγελιών για τον υφυπουργό Συγκοινωνιών Κ. Παπακωνσταντίνου, στενό συνεργάτη του Κ. Καραμανλή, που έθεταν σε αμφισβήτηση την ηθική ακεραιότητα του κορίνθιου πολιτικού.

Το «νέο περιστατικό Βουλπιώτη» το υποδέχεται μερίδα του Τύπου ως «αναθυμιάσεις σκανδάλου (που) πνίγουν την κυβέρνησιν». Ο Κ. Παπακωνσταντίου προσφεύγει στη Δικαιοσύνη και ο Ι. Βουλπιώτης καταδικάζεται σε 14μηνη φυλάκιση.


Σχολιάστε εδώ