ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΜΕΝΟΥΝ ΣΕ ΥΠΕΡΩΟΝ ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΤΗΝ «ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ»

Είχα αθώα τήν ψυχή
ως μία εκκλησία
κι ο κόσμος ήτανε γιά μέ
Αγίων παρουσία.

Όλα τά έβλεπα λευκά
καί πάντα τραγουδούσα
τά εθνικά μας άσματα
καί τήν Αρχαία Μούσα.

Τίς Κυριακές εκράταγα
τού δέσποτα τά ράσα,
Τετάρτες καί Παρασκευές
έτρωγα μόνο πράσα.

Σεβόμουν τόν
πατέρα μου
ομοίως τήν μητέρα,
ποτέ μου δέν βλαστήμαγα,
δέν πήγα μέ εταίρα.

Τό σώμα μου αγνότερο
απ’ τού τριανταφύλλου
κι ουδέποτε ασέλγησα
επ’ ερωμένης φίλου.

Μού άρεσε νά κολυμβώ
φορώντας τό μαγιό μου
καί εις τούς γάμους έβαζα
πάντα τό παπιγιόν μου.

Γυάλιζα τά παπούτσια μου
μέ CAMEL κάθε μέρα,
κι ένα λουλούδι εύοσμον
είχα στήν μπουτουνιέρα.

Δάσκαλοι καί καθηγητές
μ’ είχαν στό ώπα-ώπα
καί κάλυπτα συμμαθητές
όταν πετούσαν γόπα.

Στάς εορτάς τάς εθνικάς
κρατούσα τήν σημαία,
ήμουνα δέ μέ τούς καλούς
αδέλφια Σιαμαία.

Ουδέποτε κατούραγα
στάς αγυάς τής πόλης,
σεβόμουν καί τά θηλυκά
εξώλης καί προώλης.

Εις τούς ζητιάνους έδινα
ολίγον χαρτζιλίκι,
ποτέ μου δέν επρότεινα
γροθιά καί νταηλίκι.

Προσεκτικά περπάταγα
έντομο μήν πατήσω
ούτε ποτέ μου σκέφτηκα
τόν βρίζοντα νά βρίσω.

Όμως μιά μέρα ο Σατανάς
μιά μέρα αποφράδα
μού έριξε στόν δρόμο μου
μιά πεταχτή φοράδα.

Εγώ δέν παραμέρισα
μήπως καί μέ πατήσει
αυτό ήταν τό λάθος μου
μετά ήλθε τό γαμήσι.

Καί πήρα τόν κατήφορο
λίγο προτού ν’ αγιάσω
καί έγινα καί βουλευτής
ταμεία γιά ν’ αδειάσω.
Καί έγινα καί υπουργός
μέ βίλες καί πισίνες,
ο πισινός μου χόντρυνε
κι έκλανε τίς ευθύνες.

Ανέβηκα στά ρετιρέ
μέ τράγους καί κατσίκια
έτσι πού λέτε γνώρισα
τά… «αλμυρά φιστίκια».

Κοιτώντας δέ τό παρελθόν
νιώθω πώς ήμουν βλάκας.
Τί ήθελα τήν ηθική
στή χώρα αυτή τής πλάκας;

******************************
Αυτό τόν καιρό κάνουμε κρυφές συναντήσεις, εγώ καί τριάντα άλλοι συνάδελφοι, μπάς καί πείσουμε τή Βουλή νά ψηφίσει Νόμο ότι είμαστε όλοι παιδιά μέ ειδικές ανάγκες.
Οπότε θά έχουμε τήν ατιμωρησία στό χέρι.


Σχολιάστε εδώ