«Τα χέρια πάνω στο Πανεπιστήμιο»

Tα όσα θλιβερά και απαράδεκτα, από κάθε άποψη λογικής, νόμου και ηθικής, διαδραματίζονται τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν αποτελούν παρά το σύμπτωμα μιας ιστορικής κρίσης, που αφορά πλέον τον ίδιο τον ρόλο της Εκπαίδευσης και της Παιδείας στη διαδικασία της κοινωνικο -οικονομικής αναπαραγωγής του συστήματος.

Σε πεδίο λεηλασίας μεταβάλλεται σταδιακά –ακολουθώντας μη αναστρέψιμη πορεία– το Πανεπιστήμιο αλλά και γενικότερα το εκπαιδευτικό σύστημα. Οι κομματικές και κυβερνητικές παρεμβάσεις, με άμεσο μηχανισμό τις Νεολαίες των κομμάτων, επιδιώκουν τη διαμόρφωση ευνοϊκών συσχετισμών και πελατειακών δικτύων, όχι απλώς για την προώθηση των πολιτικο-ιδεολογικών τους θέσεων αλλά για την επιβολή των εκλεκτών τους και την ενίσχυση των συσχετισμών τους.

Οι μηχανισμοί της οικονομίας της αγοράς, από την άλλη πλευρά, απαιτούν προσαρμογή των σπουδών «στις ανάγκες της αγοράς», εγκατάλειψη των «άχρηστων» θεωρητικών προσεγγίσεων, εργαλειοποίηση και τεχνικοποίηση της γνώσης.

Όσο για την κοινωνία, που δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια από τη σαρωτική-διαλυτική επιρροή των μηχανισμών της αγοράς, επιδιώκει «ένα δίπλωμα, ένα πτυχίο» για τα παιδιά της, χωρίς να ενδιαφέρεται και πολύ για την ποιότητα του πτυχίου αυτού… Έχει, άλλωστε, πληρώσει τόσο πολλά στα φροντιστήρια μέχρι την εισαγωγή των παιδιών σε ΑΕΙ και στα ΤΕΙ…

Ποιο είναι το πεδίο αντίστασης σ’ αυτές τις «μυλόπετρες» που αλέθουν το πρωταρχικό αγαθό, που μπορεί να διαθέτει μια σύγχρονη κοινωνία; Δυστυχώς, δεν υπάρχει θεσμός ή μηχανισμός αντίστασης. Οι στυγνές παρεμβάσεις του οικονομικού και πολιτικού συστήματος έχουν «αποικιοποιήσει» (όπως εύστοχα νοηματοδοτεί τη διαδικασία αυτή ο J. Habermas) τον «βιόκοσμο» του εκπαιδευτικού συστήματος και ιδιαίτερα τη βαθμίδα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης…

Οι υπάρχουσες σήμερα (ασταθείς) ισορροπίες στα ανώτατα

ιδρύματά μας διαμορφώνονται μέσα από τη συναλλαγή, τις πελατειακές σχέσεις, τις εξουσιαστικές δομές των συσχετισμών συμφερόντων, που διαμορφώνονται μεταξύ μελών ΔΕΠ, μεταξύ πρυτάνεων, φοιτητών και καθηγητών.

Ουδείς διανοείται να κλονίσει τις ισορροπίες αυτές. Οι περισσότεροι διδάσκοντες σιωπούν «προσαρμοζόμενοι» στην ισχύ των συσχετισμών, αφού δεν αποτελούν παρά «κουκιά» στις συνελεύσεις προς προώθηση των «ημετέρων». Ασφαλώς υπάρχει αξιόλογη μερίδα διδασκόντων που διακρίνονται τόσο για την υψηλή επιστημονική τους συγκρότηση όσο και για την απόλυτη προσήλωση τους στο περιεχόμενο του λειτουργήματος το οποίο επιτελούν. Όμως οι επιστήμονες αυτοί σπανίως επιχειρούν να παρέμβουν στη «ζούγκλα» της γενικής συνέλευσης και αρνούνται να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς συναλλαγής. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι αυτοπεριθωριοποιούνται στα γραφεία και τα εργαστήρια, έχοντας ως μόνον αυθεντικό κριτή τους ίδιους τους φοιτητές, που ευτυχώς δεν έχουν αλλοτριωθεί και μπορούν να αξιολογήσουν την προσπάθεια των καθηγητών τους… Όποια πρόοδος συντελείται στα ελληνικά πανεπιστήμια οφείλεται ακριβώς στην άρνηση του επιστημονικού αυτού δυναμικού –έστω και μειοψηφικού– να ενσωματωθεί στους μηχανισμούς συναλλαγής και απαξίωσης που δρουν στα Πανεπιστήμια.

Τα Πανεπιστήμια μοιάζουν σήμερα με «κατερειπωμένα αρχοντικά» (για να δανειστώ τον τίτλο ενός εξόχου διηγήματος της αείμνηστης Έλλης Αλεξίου). Γι’ αυτό και η γενικότερη απαξίωση, η κατάργηση των ηθικών και επιστημονικών ορίων, επέτρεψε την ακώλυτη, σχεδόν, είσοδο και επιβολή των μηχανισμών της βίας μέσα στα Πανεπιστήμια.

Αυτοί οι μηχανισμοί της βίας και της καταστροφής, που χρησιμοποιούν επιφανειακά και αθεμελίωτα ιδεολογικά προσωπεία, επιδιώκουν και επιβάλλουν τη δική τους εξουσία μέσα στα Πανεπιστήμια, έχουν αποκτήσει, με τη μορφή της οιονεί κατάληψης, χώρους –«ατομικές» ιδιοκτησίες– εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, και διαμορφώνουν κλίμα τρόμου και παράλυσης. Κανένας δεν διανοείται όχι μόνο να συγκρουσθεί μαζί τους αλλά και να διατυπώσει ελεύθερα και δημόσια τη γνώμη του… Η διαπόμπευση, η σωματική κακοποίηση, η απαγόρευση εισόδου στο γραφείο ή την αίθουσα διδασκαλίας αποτελούν δοκιμασμένες και αποτελεσματικές πρακτικές…

Η άγονη και ατελέσφορη συζήτηση περί του «ασύλου» και της ελεύθερης λειτουργίας των Πανεπιστημίων αποτελεί το προϊόν αυτής της ιστορικής κρίσης. Το δημόσιο πανεπιστήμιο χάνει τον ιστορικό του ρόλο, η μόρφωση και η Παιδεία μετατρέπονται σε εφαρμοσμένη γνώση και ανάγονται ευθέως στους οικονομικούς – παραγωγικούς μηχανισμούς.

Το σύστημα της παγκοσμιοποιούμενης αγοράς δεν χρειάζεται μορφωμένους αλλά εξειδικευμένους και προσαρμόσιμους… Γιατί τις ελίτ που θα χρησιμοποιήσει τόσο στις διευθυντικές – οργανωτικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό όσο και στις επιτελικές θέσεις των managers της ελεύθερης οικονομίας, μπορεί να τις παραγάγει από μια αντίστοιχη ελίτ ολίγων εκλεκτών πανεπιστημιακών μονάδων που διατηρούν και βελτιώνουν συνεχώς το επίπεδό τους…

Το πρόβλημα, καταληκτικά, δεν είναι η αυτονόητη, άλλωστε, απάντηση στο ερώτημα αν θα πρέπει να εφαρμοσθεί ο νόμος για το άσυλο… Αλλά εάν οι σύγχρονες κοινωνίες θέλουν να αγωνισθούν για ένα Πανεπιστήμιο που θα έχει στόχο την επιστημονική συγκρότηση, την καλλιέργεια των ικανοτήτων, την ολόπλευρη μόρφωση των νέων ανθρώπων… Ή θα αδιαφορήσουν, οπότε το Πανεπιστήμιο θα καταστεί τελικά συμπληρωματικός θεσμός των απαιτήσεων της αγοράς… «Ου δύνασαι δυσοίν κυρίοις υπηρετεί ζήσουν ή Μαμωνά».

Σ’ ένα περίφημο κινηματογραφικό έργο του με τίτλο «Τα χέρια πάνω από την πόλη» ο Φραντσέσκο Ρόζι (1963) περιέγραψε την καταστροφή της Νάπολης από τους μεγαλοεργολάβους και τους πολιτικούς παράγοντες…

Σήμερα το «έργο» έχει τίτλο «Τα χέρια πάνω στο Πανεπιστήμιο» και στη βερσιόν του οι ίδιοι φορείς συμφερόντων καταστρέφουν την επιστήμη, τη μόρφωση, τον πολιτισμό… Είτε με κουκούλες είτε με γραβάτες…

(Στο προηγούμενο άρθρο της 5/4/09 ο δαίμων του τυπογραφείου αλλοίωσε τη σωστή γραφή του ονόματος του T. Kuhn, γεγονός που επιβάλλει την αποκατάσταση του προφανούς σφάλματος)


Σχολιάστε εδώ