Παρόντες και απόντες στο «Βρώμικο ʼ89»

Πρέπει να τονιστεί ότι ο απλός κόσμος, και όχι μόνο, είχε σταθεί μόνο στις τρεις σημαντικές δίκες της κάθαρσης (Καλαμπόκι, Τράπεζα Κρήτης και ΔΕΚΟ), αλλά δεν γνώριζαν ότι είχαν τότε, από τα συμπεθεριά της κάθαρσης, δημιουργηθεί δεκάδες δικών για ανυπόστατα και ασήμαντα αδικήματα. Δεν νομίζω να έμεινε νομάρχης ή διοικητής Οργανισμού ή Νοσοκομείου που να μην επισκέφτηκε κάποιον Εισαγγελέα ή Ανακριτή.

Λογικό ήταν όμως τα φώτα της δημοσιότητας να εστιάζονται στις τρεις αυτές δίκες. Πάντως, η τελευταία μεγάλη δίκη που κράτησε τρεις και πλέον μήνες ήταν στο Μικτό Ορκωτό Ρεθύμνης με κατηγορούμενους 28 Χανιώτες για τα γεγονότα του Ιουλίου του ʼ90 στη Νομαρχία Χανίων.

Επειδή είχα αρχικώς αρνηθεί να πάω στο Ρέθυμνο, αφού από τον Ιούνιο του ʼ89 μέχρι και τον Απρίλη του 1992, όταν τέλειωσε η δίκη των ΔΕΚΟ, δεν είχα την πολυτέλεια ούτε για τρεις ώρες ύπνου το 24ωρο, με παρεκάλεσε ο πρόεδρος του Κινήματος να κατέβω, γιατί «δικαιούντο και οι Χανιώτες τη νομική μας συμπαράσταση».

Το «κονκλάβιο» που έστησε το «σκάνδαλο Κοσκωτά»

Έκτοτε, έμεινα σιωπηλός και ουδέποτε άνοιξα το στόμα μου ή έγραψα κάτι γύρω από την κάθαρση και κυρίως ποιοι μας πολέμησαν λυσσαλέα και ποιοι προσπάθησαν ή έκαναν πώς προσπαθούσαν να βοηθήσουν. Για να είμαι ειλικρινής είχα καταγράψει ό,τι έζησα και διακινδύνευσα τα χρόνια κείνα, αλλά δύο φορές, για καθαρά πολιτικούς λόγους, πήρα τα χειρόγραφά μου από τον εκδότη μου για να μη δημιουργήσω κανένα πρόβλημα στη μεγάλη δημοκρατική παράταξη! Ήθελα να πληροφορηθεί ο δημοκρατικός κόσμος, γιατί αυτός είναι η μεγάλη δημοκρατική παράταξη, ότι το περίφημο «σκάνδαλο Κοσκωτά» δεν ξεκίνησε από τον Μητσοτάκη, αλλά από «κονκλάβιο» σε συγκεκριμένο γραφείο της Βουλής, μετά από ένα μοιραίο τηλεφώνημα το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1988 από την Αγγλία. Απλώς, ο Μητσοτάκης και οι τότε αριστεροί σύντροφοί του βρήκαν έτοιμο δείπνο και κάθισαν στο τραπέζι. Αυτά προς το παρόν!

Ακούγοντας όμως τώρα τελευταία διάφορα πράγματα περί εχθρών και φίλων της κάθαρσης, έκρινα ότι δεν δικαιούμαι πλέον να σιωπήσω, τουλάχιστον στο θέμα αυτό.

Μετά τις εκλογές του 1989 βρεθήκαμε όλοι μπροστά σε μια αφύσικη θα έλεγα συμμαχία, όπου τα δυο άκρα συμμάχησαν με μοναδικό σκοπό τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ! Ναι, αυτό ήταν το μοναδικό κίνητρο και κανένα άλλο, όπως τουλάχιστον αποδείχτηκε αργότερα, και αναγκάστηκαν πολλοί να το ομολογήσουν.

Το ερώτημα λοιπόν που έθετε ή θα έπρεπε να θέτει κάθε πολίτης που σέβεται το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής – κομματικής Δημοκρατίας, ήταν τι έπραξε καθένας από εμάς, πρώτα εμείς οι «λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι», οι πολιτικοί, με την ευρεία έννοια του όρου και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Όταν λέμε ΜΜΕ, για τότε τουλάχιστον, εννοούμε τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, αφού η ιδιωτική τηλεόραση γεννήθηκε με τις δίκες της κάθαρσης. Η πρώτη δίκη της κάθαρσης άρχισε τον Μάρτη του 1990, οπότε άρχισε και ο πραγματικός νομικός Γολγοθάς μας, αφού καλούμασταν για πρώτη φορά όλοι οι παράγοντες της δίκης να εφαρμόσουμε έναν νόμο περί ευθύνης υπουργών που κατά το γράμμα και το πνεύμα του «έμπαζε από όλες τις πλευρές».

Ο αγώνας όμως για την κάθαρση άρχισε τον Ιούνιο του 1989, αμέσως μετά τη συγκρότηση της Βουλής που είχε προέλθει από τις εκλογές του Ιουνίου. Τότε άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας διάφορες θέσεις νομομαθών ή όχι, τόσο για το καθαρώς νομικό ζήτημα που δημιουργούσαν οι παραπομπές αυτές όσο και για το πολιτικό.

Το μέγα πρόβλημα που ταλάνισε τότε τους νομικούς (όχι το δικαστήριο, γιατί αυτό ήρθε με έτοιμη την απόφαση ότι δεν υπάρχει παραγραφή) ήταν κυρίως το πρόβλημα της παραγραφής, ενώ όλοι οι άλλοι εξέφρασαν άποψη και γνώμη και στο πολιτικό ζήτημα που είχε δημιουργηθεί, αφού ο μακαρίτης ο Χαρίλαος και ο Λεωνίδας τα βρήκαν με τη Δεξιά, αλλά κατάπιαν την απλή αναλογική, καίτοι είχαν πάρει δύο υπουργεία που ήταν αρμόδια για το εκλογικό σύστημα.

Ο γράφων, από την πρώτη μέρα, στρατεύτηκε ενάντια στους παλιούς συντρόφους του και άρχισε πρώτα μια πύρινη αρθρογραφία κάθε Δευτέρα μέσα από τις στήλες της «ΑΥΡΙΑΝΗΣ», αφού τότε όλος ο άλλος «δημοκρατικός Τύπος» είχε πρωτοστατήσει για την παραπομπή του Αντρέα και τη σύληση του ΠΑΣΟΚ από τους συνεταίρους, και στη συνέχεια έναν ανελέητο και μοναχικό νομικό αγώνα τόσο στα τρία αυτά δικαστήρια όσο και στα υπόλοιπα.

Στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο άρχισε τότε μια επιστημονική αντιπαράθεση, όπου θα έλεγε κανείς ότι στη μια μεριά ήταν οι νομικοί – ποινικολόγοι και στην άλλη, εν χορώ, οι συνταγματολόγοι. Ήταν πράγματι απορίας άξιο πώς, ο φερόμενος ως πατενταρισμένος δεξιός, Κατσαντώνης, έδινε, μέσω της «Καθημερινής», και όχι μόνο, μάχη με την κυρία Μπενάκη και άλλους συνταγματολόγους ότι τα αδικήματα είχαν παραγραφεί, ενώ πολλοί των «φημισμένων συνταγματολόγων» οι οποίοι μάλιστα είχαν αργότερα και προνόμια επικοινωνίας με όλους τους προέδρους του

ΠΑΣΟΚ, μη εξαιρουμένου και του Αντρέα (ενώ εγώ δεν έτυχα ούτε ενός τηλεφωνήματος για ένα απλό ευχαριστώ που για πέντε και πλέον χρόνια έδωσα τη μοναχική μου μάχη τόσο στο πολιτικό όσο και στο νομικό πεδίο), είχαν τοποθετηθεί ευθέως και χωρίς περιστροφές στους υποστηριχτές της κάθαρσης. Το επισημαίνω αυτό, γιατί στα πολιτικά πράγματα της χώρας, όπως τουλάχιστον τελευταίως εξελίσσονται, φαίνεται ότι η σιωπή όχι μόνο δεν είναι χρυσός, αλλά μάλλον φέρνει «χρυσοφόρες πολυθρόνες» σε νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες!

Ερωτώ, λοιπόν, να μας πουν ξεκάθαρα σήμερα, ιδίως ο κύκλος «των συνταγματολόγων», πώς και μέσα από ποιες επιστημονικές ή άλλες τους παρεμβάσεις βοήθησαν την κάθαρση και τον πρόεδρο; Μήπως μας είχε, έστω πλησιάσει κάποιος για να μας βοηθήσει με τις γνώσεις του και την επιστημοσύνη του, για όλα αυτά τα ακανθώδη νομικά και συνταγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζαμε κατά τη διάρκεια της κάθαρσης; Μήπως άραγε θυμούνται πολλοί από αυτούς ότι ακόμη και οι γνωμοδοτήσεις που είχε ζητήσει ο πρόεδρος της Βουλής, μακαρίτης Νανάς, είχαν χαρακτηριστεί απόρρητες; Πού έχει απαντηθεί αυτό, γνωμοδότηση νομομαθών, και μάλιστα για θέματα που άπτονται του πολιτικού μας συστήματος, να χαρακτηρίζεται απόρρητη;

Ήταν δε τέτοια η αγανάκτησή μου τότε που σε μια μελέτη μου για τα τριμελή εφετεία κακουργημάτων, που δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό «Υπεράσπιση» (1993), έγραφα ότι: «Μήπως θα ήταν σκοπιμότερο και αναγκαίο η Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων να επιλαμβάνεται τέτοιων προβλημάτων –μια και δεν υπάρχει ο θεσμός του συνταγματικού δικαστηρίου– όταν με τέτοια νομοθετήματα η πολιτεία επιτρέπει με δύο και μόνο ψήφους τακτικών δικαστών την “ισόβιο” παραμονή πολιτών στις φυλακές; Είναι νομίζω επιβεβλημένη η παρουσία της εδώ και χρήσιμη η γνώμη της, ενώ είναι σίγουρα περιττή για τις παραγραφές των υπουργικών αδικημάτων, γιατί και το κύρος της “βάλλεται”, αλλά και το ποινικό δίκαιο καταπονείται».

Πρέπει λοιπόν να δηλώσω σήμερα, μετά από 15 χρόνια σιωπής, ότι τότε σχεδόν όλοι λάκισαν, πλην του Βαγγέλη του Γιαννόπουλου. Ναι, μόνο αυτός μας πλησίασε και έθεσε στη διάθεσή μας την εμπειρία του, τις γνώσεις του και τη βιβλιοθήκη του! Τώρα, το αν μερικοί συνταγματολόγοι ή όχι είχαν τη δυνατότητα κατά την περίοδο εκείνη να δειπνούν και συζητούν με τον κατηγορούμενο πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ διάφορα πολιτικά θέματα, (γιατί για νομικά και δικαστηριακά αποκλείεται να συζητούσαν), βάζοντας συνάμα και τα θεμέλια μιας μελλοντικής πολιτικής καριέρας τους, αυτό είναι κάτι άλλο.

Εγώ πάντως δεν είχα τον χρόνο, τότε, να ασχοληθώ με δημόσιες σχέσεις, αλλά με τρεις χιλιάδες σελίδες επίσημων δικογραφιών, μόνο για τις τρεις δίκες, για να αποτρέψω τον διαμελισμό του ΠΑΣΟΚ, και μάλιστα δωρεάν, και να δώσω λίγη χαρά στους ανώνυμους οπαδούς που καθημερινά έδιναν το «παρών» στα διάφορα δικαστήρια.

Αυτά τα λίγα προς το παρόν!

* Ο κ. Μιχόπουλος είναι Δικηγόρος και Αναπληρωτής Καθηγητής


Σχολιάστε εδώ