Κίνηση εντυπωσιασμού από τον Ταλάτ στην Πράσινη Γραμμή

Τη στιγμή μάλιστα που αυτός παρεμποδίζει την έναρξή τους με βάση τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006, θέτοντας νέους όρους.

Αξιοποιώντας τη συγκυρία της εκλογής ως δημάρχου στη μοιρασμένη Λευκωσία της Ελένης Μαύρου, που προέρχεται από την ενδοτική πτέρυγα του ΑΚΕΛ και πρωτοστάτησε υπέρ του Σχεδίου Ανάν, όπως επίσης μια επέτειο του κόμματός του στον εορτασμό της οποίας προσήλθε ο γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ αλλά και πρόεδρος της Βουλής, κ. Χριστόφιας, ο κ. Ταλάτ έριξε ένα πυροτέχνημα. Δήλωσε ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα γκρεμίσει τη γέφυρα που έκτισε επί της μοιρασμένης οδού Λήδρας για να διευκολύνει το άνοιγμά της και τη διακοινοτική επικοινωνία. Για να διευκολύνει επίσης την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Οι κινήσεις αυτές χρησιμοποιούνται από την τουρκική πλευρά ως ένας τρόπος παρεμβολής στην πολιτική συζήτηση της ελληνικής πλευράς. Ειδικότερα για την ενίσχυση δυνάμεων που είναι πιο κοντά σε «λύση» τύπου Σχεδίου Ανάν αλλά και σε πλαγιοκόπηση του Προέδρου Παπαδόπουλου που καταγγέλλεται ως αδιάλλακτος.

Οι συναντήσεις και οι συνομιλίες με τον Ταλάτ δεν μονοπωλούνται από τον ηγέτη του ΑΚΕΛ, ο οποίος εκτός από πρόεδρος της Βουλής είναι επίσης βασικός κυβερνητικός εταίρος. Τον κ. Ταλάτ συναντά επίσης τακτικά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως του ΔΗΣΥ ο κ. Αναστασιάδης.

Η εικόνα αυτή δεν είναι καθόλου κολακευτική για την ελληνική πλευρά. Είναι μια όψη της συγχύσεως στην οποία έχει οδηγήσει γενικότερα η μεγάλη στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1996. Αυτόν τον ίδιο Ταλάτ και το κόμμα του προσεκάλεσε στο επόμενο συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς το συμβούλιό της στη Χιλή προσφάτως, με ομόφωνη απόφαση και με πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς τον αρχηγό της ελληνικής αξιωματικής αντιπολιτεύσεως.

Η αντιδιαστολή μεταξύ Τουρκοκυπρίων και κατοχής δεν είναι καθόλου σαφής και βάσιμη. Οι «Τουρκοκύπριοι» αποτελούνται σήμερα κατά πλειοψηφίαν από εποίκους. Παρουσιάζονται όχι ως κοινότητα αλλά ως «κράτος», που υποστηρίζεται από τις δυνάμεις κατοχής. Οι τελικές αποφάσεις για οτιδήποτε δεν λαμβάνονται από τους «Τουρκοκυπρίους» αλλά από την Άγκυρα.

Με τα δεδομένα αυτά, η παρουσιαζόμενη ως «επαναπροσέγγιση» καταλήγει σε διολίσθηση προς την ντε φάκτο αποδοχή των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και κατοχής και προς μια «εξομάλυνση» με βάση ακριβώς τα τετελεσμένα.

Είναι προφανές ότι η «επαναπροσέγγιση» δεν μπορεί να καταστεί μονοδιάστατη πολιτική ή να μην είναι αυστηρά οριοθετημένη. Η ουσία του προβλήματος είναι η εισβολή και η κατοχή και αυτή πρέπει να αποτελεί το επίκεντρο του αγώνα της Κύπρου και τη σημαία της διεθνούς προβολής του.


Σχολιάστε εδώ