ΤΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΥΡΙΟ
Το άνοιγμα της διαδικασίας στους πολίτες, το δικαίωμα συμμετοχής που αποκτούν αυτοί σε μια κομματική υπόθεση, τους καθιστά μέρος του προς επίλυσην ζητήματος κι αυτό από μόνο του περιέχει την έννοια της ευθύνης. Μπορεί έως την ώρα της απόφασης καθένας να έλεγε δυνατά την άποψή του, τη σκέψη του, να αγανακτούσε, να επαινούσε, να κατηγορούσε, να χαιρόταν. Τώρα αυτή η περίοδος έληξε και τη διαδέχθηκε η μέρα που καθένας διατυπώνει την απόφασή του, το αποτέλεσμα αυτού που έχει συμβεί μέσα του. Διατυπώνει το αποτέλεσμα της διαδικασίας που προέκυψε από τη συνεννόηση με τον εαυτό του ο καθένας ξεχωριστά. Χωρίς να χάνει τη σημασία της η ανταλλαγή απόψεων και ιδεών, χωρίς να χάνει τη σημασία της η επιρροή που όλοι μας δεχόμαστε από τρίτους, από συνομιλητές. Η τελική όμως απόφαση είναι προϊόν των δικών μας αναγκών.
Είναι προφανές ότι το ΠΑΣΟΚ ακροβατεί στο σχοινί της ανασφάλειας που απλώνει η έλλειψη της εξουσίας. Με ένα τριετές διάλειμμα διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία του Κων. Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε συνεχώς από το 1981, έως ότου έχασε τις εκλογές τον Μάρτιο του 2004. Διαμόρφωσε έτσι μια κυβερνητική κουλτούρα η οποία την περίοδο Σημίτη (κυρίως από το 1999 και μετά) ταυτίστηκε με αυτό που ονομάστηκε στη συνέχεια «κυβερνητισμός». Έκτοτε βυθίστηκε σε μια μεγάλη κρίση πολιτικής, ιδεών και ηγεσίας, με τον Γιώργο Παπανδρέου να ομολογεί ότι προς χάριν μιας πλαστής ενότητας δεν έκανε αυτά που έπρεπε. Και τούτο όταν ναι μεν είχε (απο)δεχθεί τη, με ανορθόδοξο τρόπο, επιλογή του από τον Κων. Σημίτη για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, αλλά λίγο μετά, θέλοντας να επικυρώσει την επιλογή αυτή, προχώρησε σε ανοιχτή δημοψηφισματική διαδικασία όπου πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι πήγαν και είπαν ναι στην ηγεσία του. Είχε, δηλαδή, το «πράσινο φως» του κόσμου να κάνει ό,τι αλλαγή θεωρούσε σωστή και αναγκαία για τη νέα πορεία του κόμματος. Η ήττα του Μαρτίου 2004 δεν χρεώθηκε -και σωστά- στον Γ. Α. Παπανδρέου, όμως όλα αυτά που θέλησε να προστατέψει με τις ισορροπίες που διατήρησε μέσω των εσωκομματικών του επιλογών ορθώθηκαν απέναντί του και τον αμφισβήτησαν ανοιχτά μετά τη νέα ήττα της 16ης Σεπτεμβρίου 2007. Το ΠΑΣΟΚ εκαλείτο να θυμηθεί πώς παράγεται η πολιτική, πώς παράγονται οι ιδέες, κάτι που είχε ξεχάσει να κάνει εδώ και πολλά χρόνια. Η θητεία του στην κυβέρνηση το είχε απομακρύνει από ανάλογες διαδικασίες, ενώ είχε παγιοποιήσει και επιμέρους βαρονείες/καπετανάτα, που θεωρούσαν αυτονόητη την εξουσία τους άρα και την ομοσπονδοποίηση του ΠΑΣΟΚ. Μέσα σε αυτό το κλίμα, και με τα συγκεκριμένα δεδομένα οδηγείται σε μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την πρώτη μεγάλη δοκιμασία, αναφορικά με την ενότητά του αφού την εποχή της ασθένειας του ιδρυτή του (Ωνάσειο, Νοέμβριος 1995 – Μάρτιος 1996) ήταν ήδη στην εξουσία και το μόνο που «ώφειλε» ήταν να την κρατήσει, να διατηρηθεί σε αυτήν. Έτσι, αν και ήταν σοκ η επικράτηση του Κων. Σημίτη στην Κοινοβουλευτική Ομάδα κατά την εκλογή πρωθυπουργού και «άβολη» κομματικά η προεδροποίησή του στη συνέχεια (τέλος Ιουνίου 1996, στο όνομα της ενότητας και της ομαλής πορείας), δεν συνέβη τίποτα, μια και προείχε ο στόχος της παραμονής στην κυβέρνηση. Όταν αυτό έπαψε να υπάρχει ως πραγματικός και ορατός στόχος φανερώθηκαν τα κενά στην κομματική επιφάνεια και η έλλειψη σημαντικών λόγων συνύπαρξης όσων απλώς ανέχονταν ο ένας τον άλλο.
Η παγίωση αυτής της κατάστασης επισημοποιήθηκε από το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου και μετά, και, φυσικά, δεν λήγει με τη σημερινή διαδικασία. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, όποιο κι αν είναι, θα προκαλέσει μικρότερες ή μεγαλύτερες αναταράξεις σε ένα κόμμα που «καλόμαθε» στην εξουσία, έπαψε να παράγει πολιτική και δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τη σύνθεση των διαφορετικών απόψεων και τάσεων. Όλα τα ένωνε και τα κάλυπτε η ύπαρξη εξουσίας. Όταν αυτή χάθηκε (και η απώλειά της έγινε μεν τον Μάρτιο του 2004, πιστοποιήθηκε όμως τώρα, τον Σεπτέμβριο του 2007), το πέπλο τραβήχτηκε και φάνηκε η πραγματικότητα. Ένα μέρος του προβλήματος τελειώνει απόψε. Αύριο αρχίζει ένα άλλο.