Μια φορά και έναν καιρό
Κάποτε όμως η κατοχή πέρασε και ήρθε η ώρα να φάμε με τα «χρυσά κουτάλια» που ονειρευόμασταν στην ξενηστικομάρα μας. Βέβαια χρυσά κουτάλια δεν πιάσανε τα χέρια μας, αλλά και με τα… τσίγκινα αρχίσαμε σιγά σιγά να παίρνουμε τα «πάνω» μας. Η λαχανίδα εξοβελίστηκε από το πιάτο μας και τη θέση της κατέλαβε η «σούπα του μπακάλη», όπως απεκαλείτο η σούπα σε… σκόνη που έφερε η «Ούνρα» μετά την απελευθέρωση και η διανομή της γινόταν με δελτίο μέσω των παντοπωλείων. Αργότερα και αυτή… αναβαθμίστηκε και από σκόνη σαν πράσινο αλεύρι εξελίχθηκε σε κομματάκια «εμπριμέ» από πολύχρωμα αποξηραμένα λαχανικά. Το μπλιγούρι και τον χυλό που μας μοίραζαν στα συσσίτια, πριν κι αυτά καταργηθούν, τα αντικατέστησαν ρεβίθια και φακές και άλλα παρόμοια… τερψιλαρύγγια και μέρα με τη μέρα κάτι μασουλάγαμε και, δόξα τω Θεώ, τη σκαπουλάραμε.
Ενώ όμως τόσα ελέχθησαν για τις στερήσεις και για τα υποκατάστατα, τα λεγόμενα «ερζάτς», στα είδη διατροφής που μπήκαν στη ζωή μας και που τα βρίσκαμε πεντανόστιμα, απορώντας μάλιστα γιατί δεν τα τρώγαμε και πριν από τον πόλεμο, δεν ξέρω αν εξυμνήθηκε όσο του έπρεπε το πρώτο μεταπολεμικό φαγητό, το μαγειρεμένο μερακλίδικα με αγνά και γνήσια υλικά, εφάμιλλο του προπολεμικού.
Σημειωτέον πως η λέξη «προπολεμικό» καθιερώθηκε ως έννοια που προσδιόριζε την αρίστη ποιότητα ή την πρόσβαρη ποσότητα παντός υλικού, πράξεως ή ενέργειας. Έλεγες π.χ. «έκανα έναν ύπνο… προπολεμικό» ή «φέρανε σήμερα στην αγορά κάτι ψάρια… προπολεμικά». Αργότερα που ήρθε και το νάιλον έγινε κι αυτό επιθετικός προσδιορισμός για να χαρακτηρίσει κάτι το μοντέρνο και τέλειο που μπορούσε να είναι κάλτσες, ποδήλατο ή τυρόπιτα… νάιλον!
Δεν θυμούμαι πότε ακριβώς στήθηκε σπίτι μας η ιεροτελεστία για την παρασκευή αυτού του πρώτου εν καιρώ ειρήνης φαγητού που θα αναβίωνε… άλλες εποχές. Θα φτιάχναμε παστίτσιο με όλα τα απαραίτητα υλικά, άλφα άλφα ποιότητος και… νάιλον. Βρέθηκαν μακαρόνια χοντρά και μακριά, συσκευασμένα στο κυλινδρικό μπλε πακέτο με την κόκκινη ετικέτα με το λογότυπό τους. Καλοκαβουρντίστηκε ο κιμάς στο τηγάνι το μαντεμένιο, τρίφτηκε το κεφαλοτύρι με την ξύστρα τη χοντρή και ετοιμάστηκε το αγνό βούτυρο. Τα αβγά ήταν δικής μας παραγωγής, από τις κότες μας, ενώ το γάλα για την κρέμα ήταν προσφορά της κατσίκας μας, της Εβελίνας, που την κοιμίζαμε στην ταράτσα για να μη μας την κλέψουν.
Στρώθηκαν στο ταψί τα μακαρόνια με όλα τους τα… συμπαρομαρτούντα, σύμφωνα με τους κανόνες της μαγειρικής. Ταρακούνησαν στο τέλος το ταψί για να στρώσουν και μου το παρέδωσαν να το πάω στον φούρνο.
«Και να του πεις να το βάλει αμέσως μέσα», ήταν η μόνιμη επωδός για ό,τι με αγγάρευαν να πάω για ψήσιμο. Φυσικά στον φούρναρη, που ήτανε τζαναμπέτης, δεν έλεγα τίποτα. Το παράταγα και έβγαινα να συναντήσω την παλιοπαρέα. Σήμερα όμως έμεινα εκεί ακούνητος. Μπάστακας…
Κάθισα σ’ ένα κασόνι και κάθε φορά που έχωνε το φτυάρι και έβγαζε κάποιο ταψί, εγώ πεταγόμουνα επάνω, αλλά ή πολύ αργούσε το δικό μου να ψηθεί ή εγώ πολύ βιαζόμουνα. Κάποτε ήρθε και η δική του η σειρά και βγήκε αχνίζοντας. Θεέ μου, τι πράμα ήτανε αυτό; Η κρούστα του σαν ένα βελούδινο ταπέτο, ψιλοαρπαγμένη εδώ και κει, έμοιαζε με καμουφλάζ που έκαναν στην έρημο… Αλλά και η μυρωδιά του ήταν θεϊκή, που τώρα απλωνόταν και κυριαρχούσε σ’ ολόκληρο το κατάστημα. Μπαίναν οι πελάτες και σαν τα κυνηγόσκυλα οσφραίνονταν τον… αέρα για ν’ ανακαλύψουν πούθε έρχεται αυτός ο πειρασμός.
«Έφερες πιασίδια;», ρώτησε ο φούρναρης και με προσγείωσε από την έξαρση στην οποία βρισκόμουν και, επειδή δεν προνόησα να φέρω, μου ‘δωσε δυο στρατσόχαρτα για να το κρατάω. Δεν ήταν πολύ κοντά το σπίτι μας και στον δρόμο άρχισε να μου καίει τα χέρια. Είχα βέβαια από μικρός το έμφυτο ταλέντο να βρίσκω «εύκολες λύσεις σε… δύσκολα προβλήματα», έτσι δεν κιότεψα. Άρχισα να πετάω το ταψί στον αέρα και να το ξαναπιάνω. Μ’ αυτόν τον τρόπο πετύχαινε ένα στιγμιαίο δρόσισμα, χωρίς να χρειαστεί να χρονοτριβήσω σταματώντας για να φύγει η μεγάλη του κάψα. Δυστυχώς (και εδώ είναι το λάθος μου) παρέβλεψα πως μπορούσε να με ματιάσουν. Κι αυτό ακριβώς έγινε. Το κακό τους το μάτι έπιασε και η ζήλια αντάμα με τον φθόνο έκαναν το θαύμα τους και εντελώς αναίτια το φαγητό ξέφυγε από τα χέρια μου και… φλαπ απλώθηκε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια μιας μονοκατοικίας. Χτύπησα δειλά το κουδούνι. Άνοιξε και βγήκε η σπιτονοικοκυρά. Είδε εδώ τη μπεσαμέλ, εκεί τα μακαρόνια και παραπέρα τον κιμά και ανάμεσά τους είδε εμένα που είχα μείνει στήλη άλατος… Αν έσπαγε ένα βάζο από φαρφουρί που το είχε πάρει προίκα από τη μάνα της δεν θα ζωγραφιζόταν περισσότερη οδύνη στο πρόσωπό της. Αμίλητη πήγε και έφερε μια σπάτουλα και, πάντα χωρίς να λέει λέξη, άρχισε την… αναδόμηση με επιδεξιότητα που θα ζήλευε και νευροχειρουργός. Καθόμουν περίλυπος και κοιτούσα, παρακαλώντας τον Άγιο Χαράλαμπο να βάλει ένα χεράκι κι αυτός γιατί είχα αμφιβολίες αν θα τα κατάφερνε τελικά. Και όμως τα έστρωσε μια χαρά, σαν να μη συνέβη τίποτα, η μόνη της δε ανταμοιβή ήταν που… έγλυφε τα δάκτυλά της κάθε τόσο, επειδή κολλούσαν κρέμες πάνω τους. Το τραπέζι ήταν ήδη έτοιμο και η ανυπομονησία μαζί με τη λαιμαργία υπερίσχυσαν της παρατηρητικότητας… Τα καταβροχθίσαμε χωρίς σχόλια. Όσο για τη σωτήρα μου, όποτε συναντιόμασταν στον δρόμου μού έριχνε βλέμμα εσχάτης περιφρονήσεως, κάνοντας συγχρόνως και μορφασμό απαξίωσης…