Μια Φορά Και Έναν Καιρό
Υπήρχαν τέλος και τα… «σύνθετα», όπου η γαστριμαργία πήγαινε σετάκι με την τελετουργία,με κορυφαία εφαρμογή τον οβελία, το αρνί στη σούβλα, σωστή μυσταγωγία τη μέρα του Πάσχα ή, επί το ελληνικότερο, της Λαμπρής. Πολλά από τα ταυτισμένα με τη γιορτή κάποιου Αγίου παρέμειναν αναλλοίωτα στον χρόνο, κυρίως όσα είχαν αποδέκτη το… στομάχι. Άλλα εκσυγχρονίστηκαν με αναμείξεις ασύμβατων στοιχείων ή ξεθώριασαν κι απόμειναν σαν «δείγμα άνευ αξίας», για να ξυπνάν αναμνήσεις σε σεβάσμιους γέροντες που θυμούνται εξαϋλωμένοι τον παλιό καλό καιρό.
Υπάρχει όμως και μια μεγάλη κατηγορία από έθιμα που ενώ κάποτε τα τηρούσαν σχολαστικά με πάνδημη συμμετοχή του κόσμου, ξαφνικά έσβησαν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ κι απόμεινε σκέτη η εορτή όπου, εκτός από τους ασχολούμενους με τα εκκλησιαστικά, περνάει σχεδόν απαρατήρητη. Αυτό συμβαίνει δυστυχώς με την εορτή της Αναλήψεως, που φέτος εορτάσθηκε την περασμένη Πέμπτη, αλλά πόσοι θυμούνται άραγε πως την ημέρα αυτή, κατά την παράδοση, άρχιζαν τα μπάνια στη θάλασσα και ότι επισήμως γινόταν η «έναρξις» της καλοκαιρινής σεζόν; Μερικές δεκαετίες πέρασαν από τότε που υπήρχε μια γενική κινητοποίηση για τη «κάθοδο των μυρίων» στις ακρογιαλιές, όχι κατʼ ανάγκην όλες πεντακάθαρες όπως τις θέλει ο μύθος, αλλά δεν βαριέσαι θάλασσα να ʼναι κι ό,τι θέλει ας είναι. Εξάλλου το ιώδιο και το αλάτι σκοτώνουν τα μικρόβια και δεν μπορούσε ένα βακτηρίδιο ή ένας ιός νʼ ανατρέψουν τα «ειωθότα». Μόλις τελείωναν τις δουλειές τους, άνδρες και γυναίκες, τραβολογώντας μισόγυμνα μωρά, κατηφόριζαν «παρά θινʼ αλός» με κάθε μεταφορικό μέσον: λεωφορεία, τρίκυκλα, κάρα, σούστες του μανάβη και ό,τι άλλο υπήρχε διαθέσιμο. Φυσικά δεν ήταν σώνει και καλά απαραίτητο να βουτήξουν στη θάλασσα και να αρχίσουνε τα μακροβούτια. Αρκούσε να ξυποληθούν και με μεγάλη επιφύλαξη νʼ ακουμπήσουν τα πόδια τους στη θάλασσα, να τα βρέξουν λιγουλάκι για το καλό. Έπρεπε ακόμη να κάνουν μια εξερεύνηση στα τυφλά με το χέρι στον βυθό, να βρούνε και να πάρουν μαζί τους μια φυκιασμένη πέτρα, «να πιάσουνε τη μαλλιαρή» και να τη πάνε θριαμβευτικά σπίτι τους, διότι ήταν μαγικό φετίχ που μπορεί να μην έδιωχνε κάθε κακό, ούτε καν το «μάτι», προσέφερε όμως αναντικατάστατη προστασία από τα κάθε λογής ζωύφια που καταδυνάστευαν τα σπίτια. Ταυτόχρονα γέμιζαν ένα μπουκάλι με θαλασσινό νερό με το οποίο θα ράντιζαν τα δωμάτια για ενίσχυση της μαλλιαρής στην εκδίωξη των εντόμων. Ήταν ολόκληρη μυσταγωγία το ράντισμα και η τοποθέτηση της πέτρας κάτω από το κρεβάτι, ενώ μεγαλοφώνως εις επήκοον κάθε ζουζουνιού απαγγελλόταν ή ευχή: «Έξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα μπαίνει η μαλλιαρή» και η ευχή ήταν φαίνεται άκρως δραστική, διότι επαναλαμβανόταν επί αιώνες. Και όπως μπορούν να βεβαιώσουν όσοι έζησαν τα χρόνια εκείνα, πως κυρίαρχα σε όλα τα σπίτια ήσαν τα ζωύφια, τα έντομα και κάθε μορφής ζουζούνια που υπάρχουνε στη πλάση, για να τυραννούν τους ανθρώπους. Και μπορεί η μαλλιαρή να ήταν μια μορφή μεταφυσικής άμυνας, αλλά κατέφευγαν σε κάθε όπλο προκειμένου να μετριάσουν την κυριαρχία των ιπταμένων και ερπόντων σατανάδων.
Αν κάνομε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν, θα δούμε τι αντιμετώπιζαν με τις πρώτες ζέστες οι άνθρωποι. Από κάθε τρύπα που έχασκε στο πάτωμα ξεχύνονταν στρατιές τα μερμήγκια που αντί να νουθετούν τους τζίτζικες, στριφογύρναγαν στα συρτάρια με τα φαγώσιμα. Ήσαν κατόπιν οι μύγες, που τις έδιωχνες με την πετσέτα για να φύγουν, αλλά αυτές γίνονταν περισσότερες. Έρχονταν και κάθονταν σε κάθε γυμνό σημείο σου, με προτίμηση τη μούρη σου. Η άμυνα εναντίον τους περιοριζόταν σε μια λουρίδα χαρτί πασαλειμμένο με τσιρίσι που κρεμούσαν στην κουζίνα και καθώς καθόταν πάνω του κολλούσαν και «εκμετρούσαν το ζειν» σαν χαλκομανίες με έναν ενοχλητικό «ζζζζ» επιθανάτιο ρόγχο. Εκτός από τις σκνίπες και τα κουνούπια, που σε τσίμπαγαν και σε κορόιδευαν επιπλέον σφυρίζοντας στʼ αυτιά σου, σημαντική συμμετοχή πτήσεων στον εναέριο χώρο των κατοικιών είχαν οι σφήκες, που ήσαν πολύ επικίνδυνες γιατί συνήθιζαν να μπαίνουν και να λουφάζουν στα παπούτσια. Τα φόραγες, ένιωθες το κεντρί τους και πρηζόταν το ποδάρι σου. Τις νύχτες πολλές φορές μπαίνανε από το παράθυρο που άφηνες ανοιχτό, λόγω ζέστης, γοητευτικές σαρανταποδαρούσες που έριχναν τις τσάρκες τους στον τοίχο ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου. Έχανες τον ύπνο σου να τις κυνηγάς με το παπούτσι κι όταν τις πετύχαινες φιλοτεχνούσες στον τοίχο ένα αξιόλογο αποτύπωμα. Συμμάχους στον αγώνα για τη θερινή σου ηρεμία είχες μόνον τα σαμιαμίδια, που κατέφθαναν καταβροχθίζοντας ό,τι πετύχαιναν στο διάβα τους. Η συμπαράσταση της τεχνολογίας με δραστικά όπλα για την αντιμετώπιση όλων αυτών των εχθρών της ανθρωπότητος, γινόταν όλο και πιο αποτελεσματική. Κατʼ αρχάς εφευρέθηκε η… κουνουπιέρα, που σε έκλεινε μέσα σʼ έναν θόλο από τουλπάνι κι άφηνε τα έντομα να σε βλέπουν και να ξερογλείφονται απʼ έξω. Δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη, τα χρόνια εκείνα, ήτανε το «Φλιτ» και η τρόμπα ψεκασμού. Το φλιτ, ένα υγρό με ιδιάζουσα οσμή, πουλιόταν μέσα σε κίτρινα δοχεία, φλιτάριζες με την τρόμπα τα κλειστά δωμάτια, ζαλιζόσουνα και ή εσύ ή οι μύγες και τα κουνούπια, ή ενίοτε αμφότεροι, πέφτατε ξεροί στο δάπεδο. Ο πόλεμος αντικατέστησε το φλιτ με το πιο αποτελεσματικό DDT, αλλά όπως αποδείχτηκε με τον χρόνο, έτρεφε τα έντομα αντί να τα εξοντώνει… Στη φαρέτρα των ανθρώπων υπήρχε άλλο ένα τρομερό όπλο: Το «φιδάκι», γνωστό από προπολεμικά με την ονομασία «Κατόλ». Άναβες την άκρη του, το τοποθετούσες στη μεταλλική του βάση μέσα σʼ ένα πιάτο, να μαζεύει τις στάχτες, και το άφηνες στο ανοιχτό παράθυρο ελπίζοντας πως θα κοιμηθείς ήσυχος. Το μειονέκτημά του ήταν πως… μυρίζονταν τα ζουζούνια τον κίνδυνο και απλώς απέφευγαν να περάσουν από κοντά του, αλλά όχι και από κοντά σου…
Ανάμεσα όμως σʼ αυτά τα όντα, που κάπως τα έφερνες βόλτα, υπήρχε και ένας εχθρός ακαταμάχητος: Ο κοριός! Αν έμπαινες στον στόχο του, δεν σε γλίτωνε τίποτα. Φλιτράριζες; Λούφαζε σε κάποια κόχη κι εμφανιζόταν τη νύχτα για να σου πιεί το αίμα. Στη κουνουπιέρα τρύπωνε. Έβαζες τενεκεδάκια με νερό κι έκανες τάφρο φρουρίου τα πόδια του κρεβατιού; Ανέβαινε στο ταβάνι κι έπεφτε σαν αλεξιπτωτιστής. Κι όταν τον έπιανες και τον σκότωνες, το αίμα του βρωμοκόπαγε σαν κάποιο γνωστό ευγενές ποτό. Μόνος τρόπος να απαλλαγείς για λίγο καιρό, ήταν νʼ αλείψεις πετρέλαιο το «σομιέ» και να βάλεις φωτιά.
Ατέλειωτες ήσαν οι ταλαιπωρίες που κλέβανε τον ύπνο τις ζεστές καλοκαιριάτικες νύχτες κι όπως εξηγήσαμε στην αρχή, δικαιολογημένα κατέφευγαν κατʼ έθιμο στη θάλασσα και τη μαλλιαρή, μοναδική ελπίδα για να κοιμούνται καλά και ασκανδάλιστα…