Κάθε έλληνας φτωχός και η μοίρα του!

Xαμένοι πήγαν για τους δύο εκατομμύρια έλληνες φτωχούς οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης κατά τη δεκαετία 1995 – 2005, αφού δεν είχαν κανένα σχεδόν αντίκρισμα τόσο στα επίπεδα και τον κίνδυνο φτώχειας όσο και στην ανισοκατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας την ίδια περίοδο. Η υψηλή ανάπτυξη κατά τη δεκαετία 1995 – 2005 όχι μόνο δεν περιόρισε, όπως θα περίμενε κανείς, τη φτώχεια και τον κίνδυνο φτώχειας στη χώρα μας, αλλά και δεν άμβλυνε, όσο έπρεπε, την ανισοκατανομή του εισοδήματος. Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο είναι επίκαιρο λόγω της κατάθεσης στις προσεχείς ημέρες του νομοσχεδίου για την ίδρυση Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής ή Φτώχειας από το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που περιέχονται σε ανάλυση στην έκθεση του διοικητή της για τη χρήση 2006 με τίτλο «Κίνδυνος Φτώχειας και αποτελεσματικότητα των κοινωνικών δαπανών» (σελίδες 166 – 172).

Το άλλο ενδιαφέρον συμπέρασμα από την έρευνα αυτή της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ότι στη χώρα μας ο κίνδυνος φτώχειας περιορίζεται σημαντικά χάρις στις αθρόες κοινωνικές δαπάνες, οι οποίες αυξάνονται συνεχώς, αλλά, όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, «οι δείκτες της ανισότητας και της φτώχειας παρέμειναν ουσιαστικά σταθεροί κατά την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα»! Και πρέπει να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι όταν μιλάμε για κοινωνικές δαπάνες (συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα) εννοούμε το κόστος που επωμίζεται η ελληνική κοινωνία, αλλά και το κράτος, αλλά, παραδόξως, παρ’ όλα αυτά πολλοί επιμένουν να αυξηθούν ακόμα περισσότερο εις βάρος της κοινωνίας και των φορολογουμένων!

Για να εξηγηθούν αυτές οι «κουφές» οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρας μας, μετά μάλιστα την άρνηση της ΓΣΕΕ να συμμετάσχει στον διάλογο για το Ασφαλιστικό (τι ωραία ευκαιρία ήταν να επισημανθεί στον διάλογο αυτό και η σημασία και ο ρόλος των κοινωνικών δαπανών και, κυρίως, να γίνουν προτάσεις ώστε να μην πάνε για τον γάμο του Καραγκιόζη), όσον αφορά τη φτώχεια, την ανισοκατανομή του εισοδήματος και τις θυσίες της ελληνικής κοινωνίας για την αντιμετώπιση του θλιβερού αυτού φαινομένου και, κυρίως, για τα συνεχή αιτήματα για τη θεραπεία πάσης νόσου και βλακείας στη χώρα μας με τη χρηματοδότηση κάθε οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας από το κράτος, δηλαδή από τους φορολογουμένους, παραθέτουμε μερικές χαρακτηριστικές διαπιστώσεις της ίδιας έρευνας της Τράπεζας της Ελλάδος:

Πρώτον, η χώρα μας και οι υπόλοιπες χώρες της νότιας Ευρώπης (μαζί με την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά σχετικής φτώχειας, με βάση την κατανομή του χρηματικού εισοδήματος.

Δεύτερον, στην Ελλάδα το 1/5 του πληθυσμού ή περισσότερα από δύο εκατομμύρια άτομα βρίσκονται τα τελευταία έτη κάτω από το χρηματικό όριο της φτώχειας, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημά τους είναι χαμηλότερο από το 60% του διαμέσου του διαθέσιμου εισοδήματος για το σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με τον ορισμό της Eurostat.

Τρίτον, ας είναι καλά ο θεσμός της ελληνικής οικογένειας, ο υψηλός βαθμός ιδιοκατοίκησης, τα ιδιοπαραγόμενα αγαθά και οι υπηρεσίες και, φυσικά, η οικογενειακή συνδρομή σε άτομα που υποφέρουν από τον κίνδυνο φτώχειας, αφού τα σχετικά ποσοστά στη χώρα μας περιορίζονται κατά τρεις περίπου εκατοστιαίες μονάδες, όταν στο εισόδημα συμπεριληφθούν και όλες οι παραπάνω συνδρομές και βοήθειες. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρά τη διαχρονική σταθερότητα του σχετικού κινδύνου φτώχειας, το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες διαβίωσης του συνόλου του πληθυσμού, και κυρίως των φτωχών, έχουν διαχρονικά βελτιωθεί σε απόλυτους όρους, εξαιτίας των παραγόντων αυτών.

Τέταρτον, ως προς την κατανομή της φτώχειας στις επιμέρους ομάδες του πληθυσμού, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το 27,8% των ηλικιωμένων (65 ετών και άνω) ή το 25% των συνταξιούχων ή το 32,8% των ανέργων ή το 27,9% των μονομελών νοικοκυριών (συνήθως ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι) βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Πέμπτον, η Ελλάδα κατατάσσεται στην ομάδα των χωρών της ΕΕ με σχετικά υψηλό επίπεδο ανισότητας μαζί με τις άλλες μεσογειακές χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία.

Έκτον, η ανισότητα ως προς την κατανομή του διαθέσιμου χρηματικού εισοδήματος των νοικοκυριών παρέμεινε στη δεκαετία 1995 – 2005 μάλλον σταθερή τόσο στην Ελλάδα όσο και στο σύνολο των χωρών της ΕΕ.

Έβδομον, στη χώρα μας η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι την ίδια περίοδο σημειώθηκε σημαντική αύξηση των κοινωνικών δαπανών από το 22,3% του ΑΕΠ το 1995 στο 26,7% του ΑΕΠ το 2001, προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (27,1%) και στη συνέχεια διατηρήθηκε περίπου στα ίδια επίπεδα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει το πρόβλημα της σχετικά περιορισμένης αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Όπως προκύπτει από στοιχεία, το σύνολο των κοινωνικών δαπανών (συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων) το 2004 (έρευνα του 2005) μειώνει τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα κατά 19 εκατοστιαίες μονάδες (από 39% στο 20%), έναντι αντίστοιχης μείωσης κατά 27 εκατοστιαίες μονάδες (από 43% σε 16%) για το σύνολο των χωρών της ΕΕ. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αποτελεσματικότητα των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα, παρά τη μικρή βελτίωση που έχει παρουσιάσει την τελευταία δεκαετία, εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Όγδοον, η σύνθεση των κοινωνικών δαπανών υπέρ των συντάξεων και σε βάρος των κοινωνικών επιδομάτων περιορίζει την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας, ενώ είναι υπαρκτό και το πρόβλημα της στόχευσης των κοινωνικών επιδομάτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι «περισσότερες και καλύτερα στοχευμένες κοινωνικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής αλληλεγγύης στη χώρα μας»


Σχολιάστε εδώ