Η απλοποίηση της αδειοδότησης επιχειρήσεων, καταλύτης για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας
Πέρασαν 20 μήνες και η ανάπτυξη παραμένει ακόμα στο λεξιλόγιο της κυβέρνησης μόνο ως έννοια, που δεν μετουσιώνεται σε πράξη. Το αποδεικνύουν η αδράνεια στην ενεργοποίηση βασικών αναπτυξιακών εργαλείων, η υστέρηση απορροφητικότητας του ΕΣΠΑ, η καθίζηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα αποτελεί η καθυστέρηση και οι παλινωδίες της κυβέρνησης να προχωρήσει στην απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Η κωδικοποίηση, η απλοποίηση και ο εκσυγχρονισμός της σχετικής νομοθεσίας ήταν επιτακτικά και αναγκαία, για να ξεκαθαρίσει πλέον το πολυδαίδαλο τοπίο που συντηρήθηκε για χρόνια.
Στην αδειοδότηση των τεχνικών επαγγελματικών και μεταποιητικών δραστηριοτήτων είναι πλέον σημαντικός ο ρόλος των επιμελητηρίων και του ΤΕΕ για τη λειτουργία της υπηρεσίας «μιας στάσης» (one stop shop). Τα επιμελητήρια, μέσα από τον νέο τους ρόλο, είναι σίγουρο ότι θα συμβάλουν αποφασιστικά στην αντιμετώπιση του κρίσιμου θέματος της ταχύτητας έκδοσης των αδειοδοτήσεων, με ταυτόχρονη μείωση του κόστους των διαδικασιών, προς όφελος της επιχειρηματικότητας και της ανάπτυξης. Παράλληλα, η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την Κεντρική Διοίκηση σε Περιφερειακές Υπηρεσίες και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι δεδομένο ότι προσδίδει αμεσότητα και ευελιξία. Όλα αυτά όμως υπό προϋποθέσεις, αφού η ίδια η κυβέρνηση υπονομεύει σήμερα το εγχείρημα του «Καλλικράτη», αδιαφορώντας για τη σύγχυση και τη δυσλειτουργία των νεοσύστατων δομών, από τις οποίες περικόπτει σημαντικούς πόρους.
Έτσι εξακολουθούν να τίθενται ερωτήματα όσον αφορά, για παράδειγμα, την ταχύτητα ή την απλούστευση των διαδικασιών έκδοσης των πολεοδομικών αδειών ή την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Γιατί το ζήτημα δεν εστιάζεται μόνο στην ύπαρξη ενός εκσυγχρονισμένου νομοθετικού πλαισίου απλούστευσης των αδειοδοτήσεων. Εστιάζεται στη δυνατότητα των διαφόρων φορέων και υπηρεσιών να το εφαρμόσουν αποτελεσματικά.
Σ’ αυτήν την αναποτελεσματικότητα εφαρμογής των νόμων πρέπει να δώσουμε όλοι έμφαση, διότι αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους της συνολικής διοικητικής δυσλειτουργίας της χώρας.
Πρέπει να νομοθετούμε περισσότερο απλουστευμένα, κωδικοποιημένα και ευέλικτα, με μεγαλύτερη σαφήνεια διατάξεων και διαδικασιών, απαλλάσσοντας πλέον τη διοίκηση από σωρεία προεδρικών διαταγμάτων, κανονιστικών αποφάσεων και εγκυκλίων. Διαφορετικά καθίσταται φανερό ότι ο εκάστοτε νόμος κινδυνεύει να χαθεί στη γραφειοκρατία, την πολυπλοκότητα και τη σύγχυση.
Παράλληλα όμως η υγιής και βιώσιμη επιχειρηματικότητα απαιτεί συγκεκριμένο σχέδιο και στρατηγική. Η Νέα Δημοκρατία ως κυβέρνηση είχε το όραμα και το σθένος για να δώσει ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα. Έδειξε τον δρόμο προχωρώντας άμεσα στη μελέτη και διαβούλευση του χωροταξικού σχεδιασμού της χώρας. Πάνω στη βάση του ειδικού χωροταξικού για τη βιομηχανία στηρίχθηκαν και οι ρυθμίσεις για τα επιχειρηματικά πάρκα, που ευτυχώς υιοθετήθηκαν από τη σημερινή κυβέρνηση, έστω και με μηδαμινές διαφοροποιήσεις. Ρυθμίσεις που βάζουν σε τάξη τη διάσπαρτη και αποσπασματική επιχειρηματικότητα, δημιουργούν οικονομίες κλίμακας από τη χρήση κοινών υποδομών των επιχειρηματικών πάρκων και διευρύνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων που μπορούν να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Η ένταξη, για παράδειγμα, δράσεων και του τριτογενούς τομέα στα επιχειρηματικά κέντρα, όπως λόγου χάριν εταιρείες logistics δίπλα σε βιοτεχνικές και βιομηχανικές δραστηριότητες, θα δημιουργήσει πολλαπλασιαστική αξία για την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια της χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της διεύρυνσης και σε μια μετεξελικτική μορφή των επιχειρηματικών πάρκων θα μπορούσε να εισαχθεί η διάσταση της συνέργειας μεταξύ επιχειρηματικών μονάδων, ερευνητικών κέντρων και ενδεχομένως και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Κάτι τέτοιο θα αποτελέσει σταδιακά το επόμενο βήμα για τα υφιστάμενα επιχειρηματικά πάρκα ή αυτά τα οποία πρόκειται να ιδρυθούν στο μέλλον, ώστε να αποκτήσουν σύγχρονη μορφή, λειτουργώντας ως business centers.
Έτσι, με τη σύνδεση δηλαδή του επιστημονικού προσωπικού με τις δυνάμεις της επιχειρηματικότητας, η έρευνα θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε καινοτομία, σε παραγωγικότητα και βεβαίως σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.